Ιούδ.α:3 Αγαπητοί, επειδή καταβάλλω πάσαν σπουδήν να σας γράψω περί της κοινής σωτηρίας, έλαβον ανάγκην να σας γράψω, προτρέπων εις το να αγωνίζησθε δια την πίστιν, ήτις άπαξ παρεδόθη εις τους αγίους.

Σάββατο 1 Δεκεμβρίου 2018

ΕΠΕΞΗΓΗΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ - Στα Ευαγγέλια (5)


Εδάφια με τη λέξη «παρά»

Πώς εξηγούμε τη λέξη «παρά» στο Ιωάν.α:1-2 και Α’ Ιωάν.α:2; Το Ιωάν.α:1 λέει ότι «ο Λόγος ήτο παρά τω Θεώ», αλλά μετά προχωρώντας λέει «και Θεός ήτο ο Λόγος». Όπως εξηγήσαμε στο κεφ.4, ο Λόγος είναι η σκέψη, το σχέδιο, ή η έκφραση της καρδιάς του Θεού. Στο κριτικό κείμενο, αντί τη λέξη παρά που διαβάζουμε στη μετάφραση του Βάμβα, υπάρχει η λέξη προς. Στο λεξικό της αρχαίας Ελληνικής γλώσσας του Ι. Σταματάκου, διαβάζουμε για το προς: Μετά αιτιατικής, γενικώς, επί σχέσεως μεταξύ δύο αντικειμένων, εν σχέσει προς...., ως προς..., όσον αφορά εις..., από απόψεως... Έχει δηλαδή την έννοια του ανήκω, αναφέρομαι, σχετίζομαι, προσιδιάζω με κάτι. Μ’ αυτή την έννοια το βλέπουμε και στην Εβρ.β:17 & ε:1. Η ερμηνεία λοιπόν του γεγονότος ότι «ο Λόγος ήτο προς τον Θεόν» έχει την έννοια ότι ανήκε στο Θεό κι όχι ότι ήταν ένα ξεχωριστό πρόσωπο δίπλα στο Θεό. Επιπλέον, αν με τη λέξη Θεός στο Ιωάν.α:1 εννοεί τον Πατέρα, τότε ο Λόγος δεν είναι ένα ξεχωριστό πρόσωπο, γιατί το εδάφιο πρέπει να διαβαστεί έτσι: «ο Λόγος ήτο παρά τω Πατρί και Πατήρ ήτο ο Λόγος». Για να το κάνει τώρα αυτό κανείς να υπονοεί περισσότερα από ένα πρόσωπα στη θεότητα, πρέπει ν’ αλλάξει τον ορισμό της λέξης Θεός στη μέση του εδαφίου.


Πρέπει ακόμα να σημειώσουμε ότι το Α’ Ιωάν.α:2 δεν εννοεί ότι ο Γιος ήταν μαζί με το Θεό στην αιωνιότητα, αλλά μάλλον ότι η αιώνια ζωή ήταν με τον Πατέρα. Φυσικά, ο Ιησούς Χριστός φανέρωσε την αιώνια ζωή σ’ εμάς. Αυτός είναι ο Λόγος της ζωής που αναφέρει στο εδάφιο 1. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η αιώνια ζωή υπήρχε σαν ένα ξεχωριστό πρόσωπο από τον Πατέρα! Ο Πατέρας κατέχει την αιώνια ζωή απ’ την αρχή. Άλλωστε, το κριτικό κείμενο χρησιμοποιεί κι εδώ τη λέξη προς - με αιτιατική - που σημαίνει ότι η αιώνια ζωή ανήκει στον Πατέρα. Αυτή η ζωή, φανερώθηκε σ’ εμάς, μέσω της φανέρωσης του Θεού εν σαρκί στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού.

Δύο μάρτυρες
Ο Ιησούς είπε: «Αλλά και εάν εγώ κρίνω, η κρίσις η εμή είναι αληθής διότι μόνος δεν είμαι, αλλ’ εγώ και ο Πατήρ ο πέμψας με. Και εν τω νόμω δε υμών είναι γεγραμμένον, Ότι δύο ανθρώπων η μαρτυρία είναι αληθινή. Εγώ είμαι ο μαρτυρών περί εμαυτού, και ο πέμψας με Πατήρ μαρτυρεί περί εμού» (Ιωάν.η:16-18). Λίγο πριν αυτά τα εδάφια, ο Ιησούς είχε πει: «Εγώ είμαι το φως του κόσμου» (εδ.12). Αυτό ήταν μια διακήρυξη του Μεσσιανικού Του ρόλου (Ησ.θ:2  μθ:6). Οι Φαρισαίοι απάντησαν: «Συ περί σεαυτού μαρτυρείς η μαρτυρία σου δεν είναι αληθής» (εδ.13). Ανταποκρινόμενος στην κατηγορία τους, ο Ιησούς εξήγησε ότι δεν ήταν ο μοναδικός μάρτυρας, αλλά υπήρχαν δύο μάρτυρες του γεγονότος ότι Αυτός είναι ο Μεσσίας, ο Υιός του Θεού. Αυτοί οι δύο μάρτυρες ήταν ο Πατέρας (το Άγιο Πνεύμα) και ο άνθρωπος Ιησούς. Με άλλα λόγια, και ο Πατέρας και ο άνθρωπος Ιησούς μπορούσαν να μαρτυρήσουν ότι ο Πατέρας φανερώθηκε εν σαρκί στον άνθρωπο Ιησού. Ο Ιησούς ήταν άνθρωπος και Θεός και οι δύο αυτές φύσεις Του μπορούσαν να μαρτυρήσουν αυτό το γεγονός. Δεν χρειαζόταν να είναι δύο ξεχωριστά πρόσωπα στη θεότητα για να γίνει αυτό. Στην πραγματικότητα, αν κάποιος επιμένει ότι οι δύο μάρτυρες αναφέρονται σε δύο πρόσωπα της τριάδας, τότε θα πρέπει να εξηγήσει γιατί ο Ιησούς δεν είπε ότι είναι τρεις οι μάρτυρες. Άλλωστε κι ο νόμος το ζητούσε αυτό (Δευτ.ιζ:6  ιθ:15). Όταν ο Ιησούς αναφέρθηκε στον Πατέρα Του, οι Φαρισαίοι, χωρίς αμφιβολία, Τον ρώτησαν πότε ο Πατέρας τους μαρτύρησε. Τότε, ο Ιησούς, αντί να τους πει ότι ο Πατέρας είναι ένα ξεχωριστό πρόσωπο στη θεότητα, προτίμησε να ταυτίσει τον εαυτό Του με τον Πατέρα - τον ΕΓΩ ΕΙΜΙ της Παλαιάς Διαθήκης (Ιωάν.η:19-27). Οι δύο μάρτυρες ήταν το Πνεύμα του Θεού και ο άνθρωπος Χριστός, που μαρτύρησαν ότι ο Ιησούς είναι ο Θεός εν σαρκί.
Χρήση πληθυντικού αριθμού
Αρκετές φορές ο Ιησούς αναφέρθηκε στον Πατέρα και τον Εαυτό Του με πληθυντικό αριθμό. Αυτά τα εδάφια βρίσκονται στο Ευαγγέλιο του Ιωάννη, του συγγραφέα της Καινής Διαθήκης που περισσότερο απ’ οποιονδήποτε άλλο ταύτισε τον Ιησού με το Θεό και Πατέρα. Θα είναι λάθος να υποθέσει κανείς ότι η χρήση πληθυντικού αριθμού σημαίνει ότι ο Ιησούς είναι ένα ξεχωριστό πρόσωπο, από τον Πατέρα, μέσα στη θεότητα. Ωστόσο, φανερώνει διαφορά ανάμεσα στη θεότητα (Πατέρας) και την ανθρώπινη φύση (Υιός) του Ιησού Χριστού. Ο Γιος, που είναι ορατός, φανέρωσε τον Πατέρα, που είναι αόρατος. Έτσι, ο Ιησούς είπε «εάν ηξεύρετε εμέ, ηθέλετε εξεύρει και τον Πατέρα μου» (Ιωάν.η:19). «Δεν με αφήκεν ο Πατήρ μόνον» (Ιωάν.η:29). «Ο μισών εμέ, και τον Πατέρα μου μισεί» (Ιωάν.ιε:23). «αλλά τώρα και είδον, και εμίσησαν και εμέ και τον Πατέρα μου» (Ιωάν.ιε:24). «αλλά δεν είμαι μόνος, διότι ο Πατήρ είναι μετ’ εμού» (Ιωάν.ις:32).
Αυτά τα εδάφια, χρησιμοποιούν πληθυντικό αριθμό, για να εκφράσουν μια σταθερή αρχή: «Ο Ιησούς δεν είναι μόνο άνθρωπος, αλλά και ο Θεός». Δεν ήταν σαν οποιοδήποτε άλλο άνθρωπο, αν κι η εξωτερική Του εμφάνιση ήταν τέτοια. Δεν ήταν μόνος Του, γιατί το Πνεύμα του Θεού κατοικούσε μέσα Του χωρίς μέτρο. Αυτό, εξηγεί τη διπλή φύση του Ιησού και αποκαλύπτει τη μονότητα του Θεού.
Πώς ήταν ο Πατέρας μαζί με τον Ιησού; Η λογική εξήγηση είναι ότι ήταν μέσα στον Ιησού. Έτσι, αν ξέρεις τον Ιησού, ξέρεις και τον Πατέρα, αν βλέπεις τον Ιησού, βλέπεις τον Πατέρα, αν μισείς τον Ιησού, μισείς και τον Πατέρα. Στη Β’ Ιωάν.9 διαβάζουμε: «ο μένων εν τη διδαχή του Χριστού, ούτος έχει και τον Πατέρα και τον Υιόν». Ποια είναι η διδαχή του Χριστού; Είναι η διδασκαλία ότι ο Ιησούς είναι ο Μεσσίας, είναι ο Θεός της Παλαιάς Διαθήκης που φανερώθηκε εν σαρκί. Με άλλα λόγια, ο απόστολος έγραψε ότι αν καταλαβαίνουμε τη διδαχή του Χριστού, θα καταλάβουμε ότι ο Ιησούς είναι ο Πατέρας και ο Υιός. Ωστόσο, δεν αρνούμαστε ούτε τον Πατέρα, ούτε τον Υιό. Αποδεχόμενοι τη διδαχή του Χριστού, είναι σαν να δεχόμαστε τον Πατέρα και τον Υιό. Αν αρνηθούμε τον Υιό, αρνούμαστε και τον Πατέρα, αλλά αν ομολογούμε τον Υιό, ομολογούμε και τον Πατέρα (Α’ Ιωάν.β:23).

Ένα άλλο εδάφιο που χρησιμοποιεί πληθυντικό αριθμό, το Ιωάν.ιδ:23, απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή: «Απεκρίθη ο Ιησούς και είπε προς αυτόν, Εάν τις με αγαπά, τον λόγον μου θέλει φυλάξει, και ο Πατήρ μου θέλει αγαπήσει αυτόν, και προς αυτόν θέλομεν ελθεί, και εν αυτώ θέλομεν κατοικήσει». Το κλειδί για να καταλάβουμε αυτό το εδάφιο, είναι ότι ο Κύριος δεν εννοούσε να έρθει σωματικά μέσα μας. Επιπλέον, αν υπάρχουν δύο Πνεύματα του Θεού, ένα του Υιού κι ένα του Πατέρα, τότε πρέπει μέσα στις καρδιές μας να κατοικούν τουλάχιστον δύο Πνεύματα. Όμως, η Εφεσ.δ:4 καθαρά λέει ότι υπάρχει μόνο ένα Πνεύμα. Ξέρουμε ότι το εδάφιο Ιωάν.ιδ:23 δεν αναφέρεται σε σωματική είσοδο, γιατί ο Ιησούς είχε πει: «Εν εκείνη τη ημέρα σείς θέλετε γνωρίσει, ότι εγώ είμαι εν τω Πατρί μου και σείς εν εμοί, και εγώ εν υμίν» (Ιωάν.ιδ:20). Σίγουρα, δεν είμαστε εν Χριστώ σωματικά, όμως τότε τι εννοεί αυτό το εδάφιο; Εννοεί ενότητα ή ταυτότητα στη σκέψη, το σκοπό τα σχέδια και τη ζωή με το Χριστό. Η ίδια ιδέα εκφράζεται στην προσευχή του Ιησού στο Ιωάν.ιζ:21-22: «διά να ήναι πάντες εν καθώς σύ, Πάτερ, είσαι εν εμοί και εγώ εν σοι, να ήναι και αυτοί εν ημίν έν διά να πιστεύση ο κόσμος ότι συ με απέστειλας. Και εγώ την δόξαν την οποίαν μοι έδωκας, έδωκα εις αυτούς διά να ήναι έν, καθώς ημείς ήμεθα έν»

Όμως, ακόμα κι έτσι, γιατί ο Ιησούς χρησιμοποιεί πληθυντικό όταν μιλάει για την ενότητα των πιστών με το Θεό; Φυσικά, ο Θεός σχεδίασε τη σωτηρία προκειμένου να συνδιαλλάξει τον πιστό με τον εαυτό Του. Ωστόσο, ο αμαρτωλός άνθρωπος δεν μπορεί να πλησιάσει τον άγιο Θεό, ο πεπερασμένος δεν μπορεί να κατανοήσει τον Άπειρο. Ο μόνος τρόπος να συνδιαλλαγούμε με το Θεό και να μπορέσουμε να Τον καταλάβουμε, είναι μέσω της φανέρωσής Του εν σαρκί, στον αναμάρτητο άνθρωπο Ιησού Χριστό. Όταν είμαστε ένα με τον Ιησού, αυτόματα είμαστε και με το Θεό, γιατί ο Ιησούς δεν είναι μόνο άνθρωπος, αλλά ο ίδιος ο Θεός. Ο Ιησούς χρησιμοποίησε πληθυντικό, για να δώσει έμφαση στο γεγονός ότι για να ενωθούμε με το Θεό, πρέπει πρώτα να εξιλεωθούμε με το αίμα του Ιησού. Υπάρχει ένας μεσίτης μεταξύ Θεού και ανθρώπου, ο άνθρωπος Ιησούς (Α’ Τιμ.β:5). Κανείς δεν μπορεί να έρθει στο Θεό παρά μόνο δια Ιησού Χριστού (Ιωάν.ιδ:6). Για να είμαστε δογματικά σωστοί, πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι ο Ιησούς ήρθε εν σαρκί (Α’ Ιωάν.δ:2-3). Όταν δεχόμαστε τον Ιησού, στην ουσία έχουμε δεχτεί τον Πατέρα και τον Υιό (Β’ Ιωάν.9). Η ενότητά μας με τον Πατέρα και τον Υιό δεν είναι μια ενότητα με δύο πρόσωπα της θεότητας, αλλά απλά ενότητα με το Θεό δια μέσου του ανθρώπου Ιησού «δηλονότι ο Θεός ήτο εν τω Χριστώ, διαλλάσσων τον κόσμον προς εαυτόν» (Β’ Κορ.ε:19).

Ένας άλλος τρόπος να σκεφτούμε την ένωσή μας με το Θεό, είναι να σκεφτούμε τα δύο διαφορετικά λειτουργήματα ή τις δύο διαφορετικές σχέσεις του Πατέρα και του Υιού. Ο πιστός έχει στη διάθεσή του την αξία και την ποιότητα και των δύο σχέσεων, όπως την πανταχού παρουσία του Πατέρα και την ιεροσύνη και υποταγή του Υιού. Έχει τον Πατέρα και τον Υιό. Βέβαια, απολαμβάνει όλες αυτές τις ιδιότητες του Θεού, όταν λαμβάνει το ένα Πνεύμα του Θεού, το Άγιο Πνεύμα. Δεν παίρνει δύο ή τρία πνεύματα. Η κατοίκηση του Θεού στον πιστό (σωματικά), ονομάζεται δώρο ή βάπτισμα του Αγίου Πνεύματος και μόνο τότε μπορεί να χρησιμοποιήσει τις ιδιότητες και τους ρόλους του Θεού καθώς και να ενεργηθούν τα χαρίσματα του Πνεύματος στη ζωή του: «Διότι ημείς πάντες διά του ενός Πνεύματος εβαπτίσθημεν εις εν σώμα» (Α’ Κορ.ιβ:13).

Απ’ την άλλη μεριά, αν κάποιος θέλει να ερμηνεύσει το Ιωάν.ιδ:23 και ιζ:21-22 έτσι ώστε να περιγράφει ενότητα δύο ξεχωριστών προσώπων στη θεότητα, για να είναι συνεπής, πρέπει να ερμηνεύσει το λόγο του Θεού έτσι ώστε να εννοεί ότι και οι πιστοί είναι μέλη της θεότητας ακριβώς όπως ο Ιησούς. Είναι λοιπόν καθαρό ότι αυτά τα εδάφια αναφέρονται στην ενότητα που είχε ο Υιός του Θεού με το Θεό κι ότι εμείς μπορούμε να χαιρόμαστε με το να πιστεύουμε και να υπακούμε στο ευαγγέλιο. (Φυσικά, ο Ιησούς είναι ενωμένος με τον Πατέρα με την έννοια ότι είναι ο ίδιος ο Πατέρας, αλλά δεν είναι αυτό που αυτά τα συγκεκριμένα εδάφια περιγράφουν.)