Αγωνίζησθε δια την πίστιν

Ιούδ.α:3 Αγαπητοί, επειδή καταβάλλω πάσαν σπουδήν να σας γράψω περί της κοινής σωτηρίας, έλαβον ανάγκην να σας γράψω, προτρέπων εις το να αγωνίζησθε δια την πίστιν, ήτις άπαξ παρεδόθη εις τους αγίους.

Κυριακή, 17 Νοεμβρίου 2019

Η 9η Εντολή - Μην ψευδομαρτυρήσεις (2)


Έξοδος κ:16, Α' Βασιλέων κα:1-13, Ματθαίος κς:57-61

Ο λόγος του Θεού με αυτή την εντολή μας διδάσκει πως το σύστημα της δικαιοσύνης πρέπει να λειτουργεί «καθαρά». Πρέπει ο καθένας να προστατεύεται από ψευδομαρτυρία εναντίον του αλλά και να «εξασφαλίζεται» η απονομή δικαιοσύνης.

Εκτός από την απαγόρευση της ψευδομαρτυρίας, και οι κριτές έπρεπε να μείνουν αμερόληπτοι. Δεν έπρεπε να δωροδοκηθούν. Όταν ο Ιοθόρ είπε στον Μωυσή να διαλέξει ανθρώπους για να τους αναθέσει ευθύνες και αυτοί να σηκώνουν μαζί του το βάρος του λαού, είπε τα εξής:


πλην έκλεξον εκ παντός του λαού άνδρας αξίους, φοβουμένους τον Θεόν, άνδρας φιλαλήθεις, μισούντας την φιλαργυρίαν· και κατάστησον αυτούς επ' αυτών χιλιάρχους, εκατοντάρχους, πεντηκοντάρχους και δεκάρχους (Έξοδ.ιη:21).

Τα δώρα τυφλώνουν ακόμη και τους σοφούς, και εύκολα οδηγούν στο να διαστραφούν τα λόγια των αθώων:

Κριτάς και άρχοντας θέλεις καταστήσει εις σεαυτόν κατά πάσας τας πόλεις σου, τας οποίας Κύριος ο Θεός σου δίδει εις σε κατά τας φυλάς σου· και θέλουσι κρίνει τον λαόν εν κρίσει δικαία. Δεν θέλεις διαστρέψει κρίσιν· δεν θέλεις αποβλέπει εις πρόσωπον ουδέ θέλεις λαμβάνει δώρον· διότι το δώρον τυφλόνει τους οφθαλμούς των σοφών και διαφθείρει τους λόγους των δικαίων. Το δίκαιον, το δίκαιον θέλεις ακολουθεί· διά να ζήσης και να κληρονομήσης την γην, την οποίαν Κύριος ο Θεός σου δίδει εις σε (Δευτ.ις:18-20).

Το σύστημα της δικαιοσύνης υπάρχει για την ευημερία των ανθρώπων. Ο Θεός απαγόρευσε το φόνο, τη μοιχεία, την κλοπή. Για να επιτευχθεί όμως αυτό έτσι ώστε η ζωή, ο γάμος, η περιουσία να διαφυλάττονται, θα πρέπει το δικαστήριο να λειτουργεί σωστά.

Ο ψευδομάρτυρας είναι επικίνδυνος. Η μαρτυρία πρέπει να είναι αληθινή. Ο κριτής πρέπει να είναι αδιάφθορος. Αν όλο το σύστημα καταρρεύσει τότε η κατάσταση επιδεινώνεται πολύ περισσότερο. Όλη η κοινωνία βρίσκεται σε κίνδυνο.

Ένας άλλος τρόπος που δεν τον αναφέραμε είναι όταν κρίνουμε κάποιον βιαστικά και καταλήγουμε σε μια ψεύτικη ετυμηγορία.

Η ιστορία που έχω στο νου μου είναι από το Β΄ Σαμ.ις και ιθ, και έχει να κάνει με τον Μεμφιβοσθέ. Αυτός αν θυμάστε ήταν γιος του Ιωνάθαν, του καλύτερου φίλου του Δαβίδ. Ήταν χωλός και στα δύο του πόδια. Όταν πέθανε ο Ιωνάθαν ο Δαβίδ είχε τον Μεμφιβοσθέ μαζί του στο παλάτι και εκεί έτρωγε σαν γιος βασιλιά (Β΄ Σαμ.θ:1-13).  Ο Δαβίδ επίσης είχε προστάξει ένα δούλο του Σαούλ τον Σιβά να καλλιεργεί τα χωράφια προς όφελος του Μεμφιβοσθέ. Μάλιστα αναφέρεται πως ο Σιβά είχε 15 γιους και 20 δούλους. Όλοι δούλευαν στην περιουσία του Μεμφιοβοσθέ. Ο ίδιος όμως, όχι μόνο δε θανατώθηκε αλλά του φέρθηκε ο Δαβίδ βασιλικά, και όχι μόνο μια φορά, αλλά συνέχεια.

Όταν έγινε λοιπόν η επανάσταση του Αβεσσαλώμ και ο Δαβίδ έτρεξε να φύγει από την Ιερουσαλήμ, καθώς έφευγε είδε τον Σιβά. Προσέξτε τι έγινε στο Β΄ Σαμ.ις:1-4:

Και ότε ο Δαβίδ επέρασεν ολίγον κορυφήν, ιδού, Σιβά, ο υπηρέτης του Μεμφιβοσθέ, συνήντησεν αυτόν, μετά δύο όνων σαμαρωμένων, έχων επ' αυτούς διακοσίους άρτους και εκατόν βότρυς σταφίδων και εκατόν αρμαθιάς θερινών καρπών και ασκόν οίνου. Και είπεν ο βασιλεύς προς τον Σιβά, Διά τι φέρεις ταύτα; Ο δε Σιβά είπεν, Οι όνοι είναι διά την οικογένειαν του βασιλέως διά να επικάθηται, και οι άρτοι και οι θερινοί καρποί διά να τρώγωσιν οι νέοι· ο δε οίνος, διά να πίνωσιν όσοι ατονίσωσιν εν τη ερήμω. Τότε είπεν ο βασιλεύς, Και που είναι ο υιός του κυρίου σου; Και είπεν ο Σιβά προς τον βασιλέα, Ιδού, κάθηται εν Ιερουσαλήμ· διότι είπε, Σήμερον ο οίκος Ισραήλ θέλει επιστρέψει προς εμέ την βασιλείαν του πατρός μου.  Και είπεν ο βασιλεύς προς τον Σιβά, Ιδού, ιδικά σου είναι πάντα τα υπάρχοντα του Μεμφιβοσθέ. Και είπεν ο Σιβά, Δέομαι υποκλινώς να εύρω χάριν εις τους οφθαλμούς σου, κύριέ μου βασιλεύ.

Ο γιος του καλύτερου του φίλου, ο Μεμφιβοσθέ, ο άνθρωπος τον οποίο ο Δαβίδ είχε ευεργετήσει, όταν έρχεται η ζωή του σε κίνδυνο, από τον δικό του γιο τον Αβεσσαλώμ, άδικα μάλιστα, τώρα του γυρνάει την πλάτη. Και μαθαίνει από τον Σιβά πως πίστευε ότι με όλη αυτή την ανακατωσούρα θα γίνει ο ίδιος βασιλιάς. Του λέει λοιπόν ο Δαβίδ, πιστεύοντας τον , πως ό,τι ανήκει στον Μεμφιβοσθέ είναι δικό σου.

Όταν τελείωσε, όμως αυτή η περιπέτεια, και γύρισαν πίσω, ήρθε η ώρα να αποδοθεί λογαριασμός. Γύρισε και ο Σιμεΐ που τον καταριόταν και μάλιστα ο Αβισαί είπε πως πρέπει να θανατωθεί, αλλά ο Δαβίδ τον συγχώρεσε. Γύρισε και ο Μεμφιβοσθέ!

Β΄ Σαμ.ιθ:24-30, και Μεμφιβοσθέ, ο υιός του Σαούλ, κατέβη εις συνάντησιν του βασιλέως· και ούτε τους πόδας αυτού είχε νίψει ούτε τον πώγωνα αυτού ευπρεπίσει ούτε τα ιμάτια αυτού είχε πλύνει, αφ' ης ημέρας ο βασιλεύς ανεχώρησε μέχρι της ημέρας καθ' ην επέστρεψεν εν ειρήνη. Και ότε ήλθεν εις Ιερουσαλήμ προς συνάντησιν του βασιλέως, ο βασιλεύς είπε προς αυτόν, Διά τι δεν ήλθες μετ' εμού, Μεμφιβοσθέ;  Ο δε απεκρίθη, Κύριέ μου βασιλεύ, ο δούλός μου με ηπάτησε· διότι ο δούλός σου είπε, Θέλω στρώσει δι' εμαυτόν τον όνον, και θέλω αναβή επ' αυτόν και υπάγει προς τον βασιλέα· διότι ο δούλός σου είναι χωλός·  και εσυκοφάντησε τον δούλον σου προς τον κύριόν μου τον βασιλέα· πλην ο κύριός μου ο βασιλεύς είναι ως άγγελος Θεού· κάμε λοιπόν το αρεστόν εις τους οφθαλμούς σου· διότι πας ο οίκος του πατρός μου δεν ήτο παρά άξιος θανάτου ενώπιον του κυρίου μου του βασιλέως· συ όμως κατέταξας τον δούλον σου μεταξύ εκείνων οίτινες έτρωγον επί της τραπέζης σου· και τι δίκαιον έχω εγώ πλέον, και διά τι να παραπονώμαι έτι προς τον βασιλέα; Και είπε προς αυτόν ο βασιλεύς, Διά τι λαλείς έτι περί των πραγμάτων σου; εγώ είπα, Συ και ο Σιβά διαμοιράσθητε τους αγρούς. Και είπεν ο Μεμφιβοσθέ προς τον βασιλέα, Και τα πάντα ας λάβη, αφού ο κύριός μου ο βασιλεύς επέστρεψεν εις τον οίκον αυτού εν ειρήνη.

Ο ίδιος ο Δαβίδ έπεσε θύμα ψευδομαρτυρίας, και καθώς το πίστεψε έβγαλε μια κρίση που ήταν και αυτή ψεύτικη. Ο ίδιος δέχτηκε το ψέμα του Σιβά και το επανέλαβε δίνοντας του αρχικά όλη την περιουσία. Ο ίδιος πιστεύοντας το έγινε ψευδομάρτυρας για τον Μεμφιβοσθέ. Πίστεψε ένα ψέμα και το επανέλαβε. Έτσι ταξιδεύει το ψέμα.

Πολύ συχνά πιστεύουμε εύκολα μια κακή φήμη. Και στη συνέχεια γινόμαστε εμείς ψευδομάρτυρες με βάση αυτό που ακούσαμε. Συμβαίνει εξαιτίας των Μ.Μ.Ε., στην τηλεόραση, στο ραδιόφωνο. Ακούς κάτι, σχηματίζεις μια γνώμη και την επαναλαμβάνεις. Θέλει προσοχή να μην κρίνουμε εύκολα και αβίαστα. Και κυρίως να μην αλλάζουμε έστω και στο ελάχιστο αυτό που κάποιος είπε.

Πόσες φορές δεν έχει τύχει να βρεθείτε μπροστά σε κάποια συζήτηση και να λέει ο ένας, «εγώ ποτέ δεν είπα κάτι τέτοιο». Λίγο να «στρίψεις», μεταφέροντας τα λόγια κάποιου, αλλάζεις ολόκληρες καταστάσεις. Ο χριστιανός λέει αλήθεια.

Και η ψευδής μαρτυρία είναι και αυτή μια κλοπή. Στο ου κλέψεις ασχοληθήκαμε με την κλοπή της περιουσίας, αλλά κυρίως εδώ υπάρχει κλοπή του ονόματος κάποιου. Και νομίζω πως εννοείται ότι ο «πλησίον» ιδιαίτερα στην Καινή Διαθήκη πια, σαφώς είναι οι αδελφοί στην Εκκλησία, αλλά και όλος ο κόσμος.

ΓΙΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΨΕΜΑ ΤΟΣΟ ΕΥΚΟΛΟ;

Γιατί όμως το ψέμα είναι τόσο εύκολο; Ακόμη και αν δεν έχουμε πει ψέματα στο δικαστήριο, έχουμε πιάσει τον εαυτό μας ίσως στο κουτσομπολιό, ίσως λέγοντας ψέματα για να μη πληγώσουμε κάποιον, ίσως κρίνοντας αβίαστα όπως αναφέραμε. Αυτός που κακολογεί βρίσκει πάντα εύκολα ακροατήριο. Γιατί Οι λόγοι του ψιθυριστού καταπίνονται ηδέως και καταβαίνουσιν έως των ενδομύχων της κοιλίας (Παρ.ιη:8, κς:22).

Ένας υποστήριξε πως δεν παίρνουμε τελικά τη ζωή τόσο σοβαρά. Τη θεωρούμε παιχνίδι. Το ψέμα μας διασκεδάζει, είναι το αλατοπίπερο για την βαρετή καθημερινότητά μας.

Γιατί με τη γλώσσα να κάνουμε τέτοιες αμαρτίες;

Ιάκ.γ:2-10, διότι εις πολλά πταίομεν άπαντες. Εάν τις δεν πταίη εις λόγον, ούτος είναι τέλειος ανήρ, δυνατός να χαλιναγωγήση και όλον το σώμα. Ιδού, τους χαλινούς βάλλομεν εις τα στόματα των ίππων διά να πείθωνται εις ημάς, και μεταφέρομεν όλον το σώμα αυτών. Ιδού, και τα πλοία, όντα τόσον μεγάλα και υπό σφοδρών ανέμων ελαυνόμενα, μεταφέρονται υπό ελαχίστου πηδαλίου, όπου αν θέλη η επιθυμία του κυβερνώντος. Ούτω και η γλώσσα είναι μικρόν μέλος, όμως μεγαλαυχεί. Ιδού, ολίγον πυρ πόσον μεγάλην ύλην ανάπτει· και η γλώσσα πυρ είναι, ο κόσμος της αδικίας. Ούτω μεταξύ των μελών ημών η γλώσσα είναι η μολύνουσα όλον το σώμα και φλογίζουσα τον τροχόν του βίου και φλογιζομένη υπό της γεέννης. Διότι παν είδος θηρίων και πτηνών, ερπετών και θαλασσίων δαμάζεται και εδαμάσθη υπό της ανθρωπίνης φύσεως, την γλώσσαν όμως ουδείς των ανθρώπων δύναται να δαμάση· είναι ακράτητον κακόν, μεστή θανατηφόρου φαρμάκου. Δι' αυτής ευλογούμεν τον Θεόν και Πατέρα, και δι' αυτής καταρώμεθα τους ανθρώπους τους καθ' ομοίωσιν Θεού πλασθέντας· εκ του αυτού στόματος εξέρχεται ευλογία και κατάρα. Δεν πρέπει, αδελφοί μου, ταύτα να γίνωνται ούτω.

Η ίδια η γλώσσα είναι ο κόσμος της αδικίας. Ο πατέρας του ψεύδους είναι ο Σατανάς (Ιωάν.η:44). Οι άνθρωποι χωρίς Χριστό, διαβάζουμε στη Ρωμ.α, έχουν αλλάξει την αλήθεια για το ψέμα:

Οίτινες μετήλλαξαν την αλήθειαν του Θεού εις το ψεύδος, και εσεβάσθησαν και ελάτρευσαν την κτίσιν μάλλον παρά τον κτίσαντα, όστις είναι ευλογητός εις τους αιώνας· αμήν.

Το ψέμα ζει και κατοικεί βαθιά μέσα στον αμαρτωλό άνθρωπο. Ζούμε με αυτό, γεννιόμαστε με αυτό, και είναι τόσο βαθύ που το θεωρούμε φυσιολογικό. Ο κόσμος μακριά από το Θεό, είναι ένας κόσμος ψεύδους, είναι βασικό χαρακτηριστικό του ανθρώπου που ζει χωρίς Θεό.

Ρωμ.γ:10-14, καθώς είναι γεγραμμένον Ότι δεν υπάρχει δίκαιος ουδέ εις, δεν υπάρχει τις έχων σύνεσιν· δεν υπάρχει τις εκζητών τον Θεόν. Πάντες εξέκλιναν, ομού εξηχρειώθησαν· δεν υπάρχει ο πράττων αγαθόν, δεν υπάρχει ουδέ εις. Τάφος ανεώγμένος είναι ο λάρυγξ αυτών, με τας γλώσσας αυτών ελάλουν δόλια· φαρμάκιον ασπίδων είναι υπό τα χείλη αυτών· των οποίων το στόμα γέμει κατάρας και πικρίας.

Είναι τόσο βυθισμένο μέσα μας το ψέμα, που και εμάς μας φαίνεται υπερβολικό το να διδάσκουμε το αντίθετο, και λέμε, ε καλά δε βαριέσαι, λεπτομέρειες. Ακόμη  και στα παιδιά του Θεού, δυστυχώς, η δικαιοσύνη του Θεού φαίνεται παράξενη. Το ψέμα προδίδει την προσπάθειά μας, να ελέγξουμε εμείς τη ζωή μας, να κρατηθούμε ζωντανοί. Μόνοι μας όμως, χωρίς το Θεό.

Δεν υπάρχει άλλο γιατρικό εκτός από τη μετάνοια (Εφες.δ:22-25).

Αυτός που μπορεί να μας ελευθερώσει είναι ο Θεός μόνο που μας συγχωρεί και μας δίνει τη δύναμη καθώς μας χτίζει εν δικαιοσύνη και οσιότητι της αληθείας.

Η αλήθεια είναι θέμα πίστης. Αν δεν πιστεύω ότι ο Θεός μου είναι δυνατός και έχει εξουσία επάνω μου και μπορώ να τον εμπιστεύομαι, τότε θα πω ψέματα. Αν όμως είναι ξεκαθαρισμένο μέσα μου, ό,τι δε θα μου συμβεί τίποτε έξω από τον έλεγχο του Θεού που με αγαπάει, τότε προχωράω στην αλήθεια και ό,τι θέλει ο Θεός ας επιτρέψει.

Νομίζω πως σ’ αυτό το σημείο, πρέπει να ασχοληθούμε και με λίγο ακραίες καταστάσεις. Είναι ακραίες επειδή δε συμβαίνουν συχνά και όταν συμβαίνουν μας πάνε στα άκρα, δοκιμάζονται τα όρια. Και σε τέτοιες περιπτώσεις αν επιτρέψει ο Θεός να βρεθούμε, καλό είναι να είμαστε προετοιμασμένοι.

Το κλασσικό παράδειγμα σε τέτοιου είδους ηθικά διλήμματα είναι το κρύψιμο ενός Εβραίου στο 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο. Να τον κρύψεις, αλλά αν σε ρωτήσει ο εχθρός αν κρύβεις Εβραίους, τι θα κάνεις; Θα πεις ότι δεν κρύβεις, ή θα το πεις και θα χάσουν τη ζωή τους; Είναι αμαρτία σε αυτή την περίπτωση;

Μια γνώμη που ακούγεται αρκετά λογική είναι να πεις, «δε λέω τίποτα»; Κρύβεις Εβραίους; Δε θα σου πω. Αυτή η απάντηση βέβαια, ενώ φαινομενικά μας βγάζει από τη δύσκολη θέση, πρακτικά δε μας βγάζει, γιατί με το που το λες αυτό, καταλαβαίνουν ότι κρύβεις και μπαίνουν και σου κάνουν το σπίτι φύλλο και φτερό. Γιατί αν δε κρύβεις, τότε το λες αμέσως και γλιτώνεις  και τη φασαρία. Θεωρητικά λοιπόν, μπορεί κάποιος να επικαλεστεί τη σιωπή και να μην πει τίποτε.

Πριν σας πω τι νομίζω ότι λέει ο λόγος του Θεού καθώς οι ερμηνείες διίστανται, θα ήθελα να θυμόμαστε ότι το θέμα δεν είναι ξεκάθαρο σε αυτές τις περιπτώσεις. Για αυτό και είναι ακραίες. Πρέπει να είμαστε προσεκτικοί να μην καταδικάζουμε ανθρώπους ή γνώμες ακόμη και αν κατά τη γνώμη μας είναι κάτι λάθος.

Θέλω, λοιπόν, να θυμηθούμε για αρχή περιπτώσεις ψεύδους μέσα στην Αγία Γραφή όπου ειπώθηκαν ψέματα και δεν υπάρχει αρνητικό σχόλιο γι’ αυτά.

Ξεκινώντας από την Έξοδ.α:15-21, οι μαίες τις οποίες διέταξε ο Φαραώ να σκοτώνουν τα αρσενικά νεογέννητα των Εβραίων αλλά αυτές αρνήθηκαν.

Και ελάλησεν ο βασιλεύς των Αιγυπτίων προς τας μαίας των Εβραίων, εκ των οποίων η μία ωνομάζετο Σεπφώρα, και η άλλη Φουά, και είπεν, Όταν μαιεύητε τας Εβραίας και ίδητε αυτάς επί της γέννας, εάν μεν ήναι αρσενικόν, θανατόνετε αυτό· εάν δε ήναι θηλυκόν, τότε ας ζήση. Εφοβήθησαν δε αι μαίαι τον Θεόν και δεν έκαμνον ως είπε προς αυτάς ο βασιλεύς της Αιγύπτου, αλλ' άφινον ζώντα τα αρσενικά. Καλέσας δε ο βασιλεύς της Αιγύπτου τας μαίας, είπε προς αυτάς, Διά τι εκάμετε το πράγμα τούτο, και αφίνετε ζώντα τα αρσενικά; Και απεκρίθησαν αι μαίαι προς τον Φαραώ, Ότι αι Εβραίαι δεν είναι ως αι γυναίκες της Αιγύπτου· διότι είναι εύρωστοι και γεννώσι πριν εισέλθωσιν εις αυτάς αι μαίαι. Ο δε Θεός ηγαθοποίει τας μαίας· και επληθύνετο ο λαός και ενεδυναμούτο σφόδρα. Και επειδή αι μαίαι εφοβούντο τον Θεόν, έκαμεν εις αυτάς οίκους.

Σαφώς και είπαν ψέματα, αλλά τις περιγράφει ο λόγος του Θεού σαν γυναίκες που φοβόνταν το Θεό και ο Θεός τις ευλόγησε για τη στάση τους. Ένσταση θα πει κάποιος: Ο Θεός δεν τις ευλόγησε επειδή είπαν ψέματα, αλλά επειδή δεν υπάκουσαν στην εντολή του Φαραώ! Έξυπνη η παρατήρηση. Το κείμενο όμως δεν το λέει. Δεν κάνει αυτή τη διάκριση. Ούτε επίσης λέει πως φοβήθηκαν το Φαραώ ή φοβήθηκαν για τη ζωή τους για αυτό και είπαν ψέματα. Θα μπορούσε κάποιος πιο λογικά αντί να εισάγει μια διάκριση που δεν υπάρχει (ο Θεός τις τίμησε γιατί δε σκότωσαν τα παιδιά, όχι γιατί είπαν ψέματα), να πει, πως δε θεώρησαν επειδή φοβούνταν το Θεό πως ο Φαραώ δικαιούται να μάθει την αλήθεια!

Είναι σημαντικό να θυμόμαστε πού ο λόγος του Θεού επιμένει και πού όχι.

Ένα δεύτερο παράδειγμα είναι η Ραάβ η πόρνη. Η Ραάβ έκρυψε τους κατασκόπους στο σπίτι της:

Ι. Ναυή β:4-6 Και λαβούσα η γυνή τους δύο άνδρας έκρυψεν αυτούς και είπε, Ναι μεν εισήλθον προς εμέ οι άνδρες και δεν εξεύρω πόθεν ήσαν· ενώ δε έμελλε να κλεισθή η πύλη, ότε εσκότασεν, οι άνδρες εξήλθον· δεν εξεύρω που υπήγον οι άνδρες· τρέξατε ταχέως κατόπιν αυτών, διότι θέλετε προφθάσει αυτούς. Αυτή όμως είχεν αναβιβάσει αυτούς επί το δώμα και σκεπάσει αυτούς με λινοκαλάμην, την οποίαν είχεν εστοιβαγμένην επί του δώματος.

Στην Εβρ.ια:31 στο κεφάλαιο της πίστης, επαινείται για την πίστη της! Και στην επιστολή Ιακ.β:25 γράφει ότι δικαιώθηκε με τα έργα της, γιατί τα έργα της απέδειξαν ότι πίστευε αληθινά. Για ποιο έργο μιλάει: Γιατί έκρυψε τους κατασκόπους. Αν είχε πει την αλήθεια σε αυτή την περίπτωση, αυτό δε θα ήταν πράξη πίστης, αλλά προδοσίας προς το λαό του Θεού.

Και προσέξτε, αυτό το περιστατικό είναι περιστατικό που αναφέρεται στην Καινή Διαθήκη.  Η Καινή Διαθήκη την επαινεί σε δύο σημεία μάλιστα. Πριν φύγουμε από εδώ, η γνώμη μου είναι πως ο λόγος που επαινείται αυτή η πράξη είναι γιατί οι άνθρωποι της Ιεριχώ δεν δικαιούταν να ξέρουν την αλήθεια. Βρισκόμαστε σε εμπόλεμη κατάσταση. Ο Θεός θα την παραδώσει την Ιεριχώ στην καταστροφή. Είναι οι εχθροί του Θεού.

Γυρνώντας πίσω στην ιστορία του Δαβίδ. Καθώς τρέχει να ξεφύγει από τον Αβεσσαλώμ, δύο σύμμαχοι του Δαβίδ κρύβονται σε ένα πηγάδι. Τους κρύβει μια γυναίκα.

Β΄ Σαμ.ιζ:19-20 Νέος τις δε ιδών αυτούς, απήγγειλε προς τον Αβεσσαλώμ· πλην και οι δύο υπήγαν ταχέως και εισήλθον εις την οικίαν τινός εν Βαουρείμ, όστις είχε φρέαρ εν τη αυλή αυτού, και κατέβησαν εκεί. Και η γυνή λαβούσα κάλυμμα εξήπλωσεν επί το στόμιον του φρέατος, και έχυσεν επ' αυτό κοπανισμένον σίτον· ώστε δεν εγνώσθη το πράγμα. Και ελθόντες οι δούλοι του Αβεσσαλώμ εις την οικίαν προς την γυναίκα, είπον, Που είναι ο Αχιμάας και ο Ιωνάθαν; Η δε γυνή είπε προς αυτούς, Διέβησαν το ρυάκιον του ύδατος. Και αφού εζήτησαν και δεν εύρηκαν αυτούς, επέστρεψαν εις Ιερουσαλήμ.

Αυτοί οι δύο που τους έκρυψε η γυναίκα αυτή πήγαν στο Δαβίδ και του αποκάλυψαν τι θα έκανε ο Αχιτόφελ.

Κοιτάξτε, είναι δύσκολο ιδιαίτερα για τις μαίες και τη Ραάβ να τις επαινέσει κάποιος για την πίστη τους, όχι όμως για τα ψέματά τους. Αυτά τα ψέματα αναγκαιότητας βέβαια, δεν έχουν καμία σχέση με ψέματα που αναγκαζόμαστε να πούμε εξαιτίας της απιστίας μας. Ήταν ψέμα αυτό που είπε ο Αβραάμ για τη γυναίκα του, ό,τι ήταν αδερφή του μόνο. Ο Ισαάκ τον μιμήθηκε.

Οι άλλες περιπτώσεις όμως, είναι περιπτώσεις στρατιωτικής απάτης. Ξεγελάς τον αντίπαλο. Προσπαθείς να νικήσεις τη μάχη. Αυτό είναι το πλαίσιο στην περίπτωση της Ραάβ, της γυναίκας στο πηγάδι, και νομίζω και στην περίπτωση του Φαραώ.

Χρειάζεται λοιπόν να είμαστε προσεκτικοί. Από τη μια μεριά, οι περιπτώσεις αυτές δεν εφαρμόζονται στην καθημερινότητά μας. Δεν είμαστε σε πόλεμο με κανένα. Δεν έχει διαταχθεί γενοκτονία. Δεν υπάρχει έστω κάποιος διωγμός εναντίον κάποιων και προσπαθούμε να σώσουμε ζωές.

Η ζωή μας δεν είναι οι εξαιρέσεις. Αν όμως επιτρέψει ο Θεός να βρεθούμε σε αυτές, τότε πρέπει να είμαστε σοφοί πιστεύω.

Ο λόγος του Θεού είναι ξεκάθαρος στο τι μας ζητάει. Είναι αυστηρός, αλλά δεν είναι ξύλινος! Τι εννοώ.  Πρέπει να τιμούμε τους γονείς μας και πρέπει να τους υπακούμε, όχι όμως όταν μας ζητήσουν κάτι ενάντια στο λόγο του Θεού. Συμβαίνει συχνά αυτό; Όχι ιδιαίτερα στα σπίτια μας. Αν συμβεί όμως, δεν αμαρτάνεις αν δεν υπακούσεις.

Ο Δαβίδ πείναγε και έφαγε τους άρτους της προθέσεως. Το έκανε συνέχεια αυτό; Όχι. Αλλά υπήρχε η εξαίρεση, την οποία την ανέφερε ο Χριστός.

Δε σημαίνει αυτό, πως όποτε δυσκολευόμαστε, ε, μπορούμε να πούμε κάποιο ψέμα για να βγούμε από τη δύσκολη θέση. Καθόλου δε σημαίνει αυτό. Ο λόγος του Θεού μας καλεί να είμαστε αληθινοί. Οι περιπτώσεις που είδαμε ήταν ο πόλεμος, ή όπου ζωή ανθρώπινη ήταν σε κίνδυνο. Αν κάποιος μπει σπίτι μου και μου πει να του πω που είναι τα παιδιά μου για να τα σκοτώσει, δεν πρόκειται να του πω την αλήθεια.

Η ζωή μας κάθε μέρα δεν αποτελείται από τέτοια περιστατικά. Και ο λόγος του Θεού μας προστάζει να είμαστε αληθινοί. Αμήν.