Αγωνίζησθε δια την πίστιν

Ιούδ.α:3 Αγαπητοί, επειδή καταβάλλω πάσαν σπουδήν να σας γράψω περί της κοινής σωτηρίας, έλαβον ανάγκην να σας γράψω, προτρέπων εις το να αγωνίζησθε δια την πίστιν, ήτις άπαξ παρεδόθη εις τους αγίους.

Σάββατο, 17 Μαρτίου 2018

Δανιήλ (6)


Δαν.α:1 Εν τω τρίτω έτει της βασιλείας του Ιωακείμ, βασιλέως του Ιούδα, ήλθε Ναβουχοδονόσορ ο βασιλεύς της Βαβυλώνας εις Ιερουσαλήμ και επολιόρκησεν αυτήν.

Αυτό συνέβη περίπου το 606 π.Χ. Υπάρχει μια μικρή διαφορά λίγων ετών μεταξύ των σχολιαστών σχετικά με αυτή τη χρονολογία. Το 622 π.Χ., 16 χρόνια νωρίτερα, ο Ιωσίας ήταν βασιλιάς του Ιούδα. Ήταν ο πιο δίκαιος βασιλιάς που είχε ποτέ ο Ιούδας. Ήταν ο πατέρας του Ιωακείμ και του Ιωάχαζ. Ο Ιωσίας ανακάλυψε τις πλάκες του νόμου. Τις βρήκε κρυμμένες μέσα σε έναν τοίχο του ναού από έναν γραμματέα που τις έφερε μπροστά του. Ο Ιωσίας διάβασε ότι ο Θεός είχε αναγγείλει βαριά καταδίκη για τον Ιούδα, εάν δεν φύλασσαν τον νόμο. Επειδή η καρδιά του ήταν ευθεία ενώπιον του Θεού, ταπεινώθηκε και κατάλαβε ότι η κρίση του Θεού επρόκειτο να πέσει πάνω στο λαό, διότι δεν είχαν φυλάξει τον νόμο Του. Έτσι, μετανόησε βαθύτατα. Επειδή ταπεινώθηκε η καρδιά του ενώπιον του Θεού, ο Θεός υποσχέθηκε στον Ιωσία ότι αυτή η κρίση δεν θα συνέβαινε στις μέρες του και δεν θα έβλεπε το κακό που θα επέφερε στην Ιερουσαλήμ. ( Β' Βας.κβ:8-20 και Β' Χρον.λδ:14,15).


Δυστυχώς στο Β' Χρον.λε:20-25, διαβάζουμε ότι ο Ιωσίας φονεύθηκε ενώ εξήλθε να πολεμήσει τον Φαραώ-Νεχαώ, ο οποίος εκστράτευσε εναντίον της Ασσυρίας. Ο Ιωσίας επετέθη εναντίον του, αλλά κτυπήθηκε από ένα βέλος και πέθανε, αν και ο Φαραώ τον προειδοποίησε να μην επιτεθεί εναντίον του, γιατί τον είχε στείλει ο Θεός. Πράγματι ο Θεός τον έστειλε γιατί πολλά εδάφια αργότερα αναφέρεται ότι ο Ιωσίας δεν είχε ακούσει την φωνή του Κυρίου που του μίλησε μέσω του Φαραώ, με αποτέλεσμα να χάση τη ζωή του, αν και ήταν ένας πολύ δίκαιος βασιλιάς.

Αυτά συνέβαιναν τον καιρό που η εξουσία άλλαζε και η Ασσυριακή Αυτοκρατορία έπεφτε στα χέρια της Βαβυλώνας. Η Αίγυπτος πήγε στη μάχη του Χαρχεμίς με σκοπό να εγκαθιδρύσει άλλη μια φορά την κοσμοκρατορία της, αλλά συνετρίβη από τους Βαβυλώνιους. (Β' Βας.κγ:1-30).

Το 609 π.Χ., τον ίδιο χρόνο που ο Ιωσίας φονεύθηκε, ο υιός του Ιωάχαζ, έγινε βασιλιάς. Αλλά ο Ιωάχαζ εκθρονίσθηκε από τον Φαραώ-Νεχαώ μετά από 3 μήνες. Μεταφέρθηκε στην Αίγυπτο και εκεί πέθανε. (Β' Βας.κγ:31-34).

Το ίδιο έτος, το 609 π.Χ., ο Φαραώ-Νεχαώ τοποθέτησε στον θρόνο του Ιούδα τον Ελιακείμ, αδελφό του Ιωάχαζ, και άλλαξε το όνομα του σε Ιωακείμ, ο οποίος βασίλευσε από το 609-598 π.Χ., 11 χρόνια.

Β' Χρον.λς:4-8 και Β' Βας.κγ:34-37, κδ:1-6.

Ο Ναβουχοδονόσωρ ήλθε εναντίον τους, υπέταξε τη γη και έκανε τον Ιωακείμ υποτελή. Μετά από αιχμαλωσία 3 ετών, ο Ιωακείμ επαναστάτησε κατά του Ναβουχοδονόσωρ, το 606 π.Χ., κατά την πρώτη περίοδο της αιχμαλωσίας. Επειδή ο Ιωακείμ επαναστάτησε, ο Ναβουχοδονόσωρ ήλθε πάλι εναντίον της Ιερουσαλήμ και πήρε έναν αριθμό αιχμαλώτων. Αυτή η αιχμαλωσία περιγράφεται στον Ιερ.κε:11,13 και κθ:10-13.

Το 598 π.Χ. ο επόμενος βασιλιάς, ο Ιωαχείν, υιός του Ιωακείμ, βασίλευσε 3 μήνες και 10 μέρες στην Ιερουσαλήμ. Μετά ο Ναβουχοδονόσωρ πήρε αιχμάλωτους τον ίδιο τον Ιωακείμ, την μητέρα του, τους υπηρέτες του, τους αξιωματούχους του, τους άρχοντες του, τους θησαυρούς του οίκου του Κυρίου, και ένα σύνολο 18.000 ανθρώπων. Αυτή είναι γνωστή σαν η Μεγάλη Αιχμαλωσία, το 598 π.Χ., και περιγράφεται στο Β' Βας.κδ:8-16 και Β' Χρον.λς:9,10.

Το 598 π.Χ. ο Ναβουχοδονόσωρ έχρισε τον Σεδεκία, υιό του Ιωσία, αδελφό τοι Ιωάχαζ και τον Ιωακείμ και θείο του Ιωαχείν, βασιλιά επάνω στον Ιούδα, στην Ιερουσαλήμ. Ο Ιερεμίας είχε προειδοποιήσει τον Σεδεκία αρκετές φορές να παραδοθεί στον Ναβουχοδονόσωρ και να υποταχθεί σ’ αυτόν (Ιερ.κζ:12-15).

Εν τούτοις όμως, ο Σεδεκίας επαναστάτησε και έτσι ο Ναβουχοδονόσωρ πολιόρκησε την Ιερουσαλήμ και την κατέλαβε.

(Β' Βας.κδ:18-20, κε:1-7), (Ιερ.λβ:1-5, νβ:1-12)

Ήταν περίπου το 587 π.Χ., όταν ο ναός και η πόλη καταστράφηκαν και πολλοί αιχμάλωτοι φέρθηκαν πάλι στη Βαβυλώνα, μετά από ενάμιση χρόνο πολιορκίας. Ο Ναβουχοδονόσωρ κυβέρνησε από το 606-561 π.Χ. δηλαδή 45 χρόνια. Στέφθηκε σαν απόλυτος μονάρχης το 604 π.Χ. μετά τον θάνατο του πατέρα του. Συμβασίλευσε με τον πατέρα του από το 606-604 π.Χ. 

Αργότερα εκθρονίσθηκε για ορισμένο διάστημα, σύμφωνα με το 4ο κεφάλαιο του Δανιήλ, διότι ο Θεός αφαίρεσε τα λογικά του και έγινε σαν ένα άγριο θηρίο. Και μας αναφέρει ότι πέρασαν 7 καιροί που σημαίνει ότι δεν βασίλευσε για 7 χρόνια. Μετά αποκαταστάθηκε στον θρόνο του, μετά από 7 χρόνια σχιζοφρένειας. Όπως ακριβώς είπε ο Θεός, ότι θα επέστρεφε στον θρόνο του αφού μάθαινε και αναγνώριζε ότι υπάρχει ο Θεός στον ουρανό ο οποίος βασιλεύει πάνω στις ανθρώπινες κυβερνήσεις.