Ο απόστολος Παύλος έγραψε στον
Τίτο: «Ας μανθάνωσι δέ καί οι ημέτεροι νά προίστανται καλών έργων εις τάς
αναγκαίας χρείας, διά νά μή ήναι άκαρποι» (Τίτ.γ:14). Όταν ο Παύλος γράφει
«οι ημέτεροι» εννοεί τους εργάτες του ευαγγελίου. Πιστεύω ότι ο καθένας
θα ήθελε να μπορούσε να πλησίαζε τον Παύλο για να τον ρωτήσει: «Αδελφέ, με το
«ημέτεροι» εννοείς κι εμένα;
Ξέρουμε ότι η σωτηρία δεν
εξαρτάται από τα καλά μας έργα, όμως εδώ οι εργάτες προτρέπονται να προΐστανται
καλών έργων από φόβο να μην χαρακτηριστούν άκαρποι.
Όταν ένας εργάτης φιλοξενείται σε
σπίτι κάποιου αδελφού για μεγάλο χρονικό διάστημα, θα πρέπει να εκμεταλλευτεί κάθε ευκαιρία προκειμένου να
σηκώσει μέρος του βάρους της διαβίωσής του στο σπίτι που τον φιλοξενεί. Μπορεί
κάποιος να πει ότι δεν χρειάζονται τέτοιου είδους νουθεσίες, αλλά θα πρέπει να
ξέρει ότι αρκετοί νέοι άνθρωποι είναι νωθροί σ’ αυτό το θέμα. Είναι ικανοί να βλέπουν την
οικοδέσποινα να είναι ήδη πολύ κουρασμένη και να ζητάνε να τους σιδερώσει το
πουκάμισο ή το παντελόνι. Μπορεί να έχει κρυώσει το σπίτι, κι αντί να
ενδιαφερθούν να φέρουν πετρέλαιο ή ξύλα, ανάλογα, να φοράνε απλά ένα μπουφάν
μέσα στο σπίτι.






































