«Επειδή καί ο Χριστός άπαξ έπαθε διά τάς αμαρτίας, ο δίκαιος υπέρ τών αδίκων, διά νά φέρη ημάς πρός τόν Θεόν, θανατωθείς μέν κατά τήν σάρκα, ζωοποιηθείς δέ διά τού πνεύματος· διά τού οποίου πορευθείς εκήρυξε καί πρός τά πνεύματα τά εν τή φυλακή, τά οποία ηπείθησάν ποτέ, ότε η μακροθυμία τού Θεού επρόσμενέ ποτέ αυτούς εν ταίς ημέραις τού Νώε, ενώ κατεσκευάζετο η κιβωτός, εις ήν ολίγαι, τουτέστιν οκτώ, ψυχαί διεσώθησαν δι' ύδατος» (Α’ Πέτρ.γ:18-20).
Υπάρχει
η γνώμη, ότι αυτοί που χάθηκαν στον κατακλυσμό του Νώε είχαν άλλη μια ευκαιρία
να μετανοήσουν, ενώ η Γραφή καθαρά μας διδάσκει ότι «Καί καθώς είναι
αποφασισμένον εις τούς ανθρώπους άπαξ νά αποθάνωσι, μετά δέ τούτο είναι κρίσις»
(Εβρ.θ:27).
Κάποιοι
προσπαθούν, χρησιμοποιώντας αυτό το εδάφιο, ν’ αποδείξουν ότι ο Ιησούς κήρυξε «προς
τα πνεύματα τα εν τη φυλακή» όταν ήταν στον τάφο, ενώ αν προσέξουμε καλά,
θα δούμε ότι δεν υπάρχει έδαφος να στηριχτεί κάτι τέτοιο.
Ο Πέτρος λέει ότι ο Ιησούς θανατώθηκε μεν κατά τη σάρκα, αλλά ζωοποιήθηκε (αναστήθηκε από τους νεκρούς) από το (ίδιο) πνεύμα που κήρυξε «προς τα πνεύματα τα εν τη φυλακή» μέσα από το Νώε, που ήταν κήρυκας δικαιοσύνης, κινούμενος από το Άγιο Πνεύμα, όταν ετοιμαζόταν η κιβωτός:































