Οι άνθρωποι προς τους οποίους γράφτηκε η επιστολή αυτή, είχαν τον πειρασμό να επιστρέψουν στον Ιουδαϊσμό και να εμπιστευθούν τον νόμο του Μωυσή για την ζωή τους για διάφορους λόγους.
Ένας, ήταν ο διωγμός που αντιμετώπιζαν. Ένας άλλος,
ήταν πως μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες πίεσης, το να ανήκει κάποιος σε μια ήδη
γνωστή θρησκεία ήταν πιο εύκολο από το να ακολουθεί μια «σέκτα» όπως ήταν ο
χριστιανισμός ακόμη την εποχή εκείνη.
Υπήρχε ακόμα ο κίνδυνος να εμπιστευθούν τελικά ορατά πράγματα παρά τον αόρατο Θεό. Υπήρχε κίνδυνος αντί να πάνε προς την ωριμότητα και την τελειότητα να πισωγυρίσουν. Γι’ αυτό γράφει: