Έξοδ.γ:1 Ο δε Μωϋσής έβοσκε
τα πρόβατα του Ιοθόρ, πενθερού αυτού, ιερέως της Μαδιάμ· και έφερε τα
πρόβατα εις το όπισθεν μέρος της ερήμου και ήλθεν εις το όρος του Θεού, το
Χωρήβ.
40 χρόνια ο Μωυσής έβοσκε τα πρόβατα του
Ιοθόρ.
Αυτό ήταν το μάθημα που ο Θεός ήθελε να διδάξει το Μωυσή στο σχολείο της Μαδιάμ, να μάθει να βόσκει, να βοηθά και να προστατεύει άβουλα ζώα που είχαν ανάγκη.
Όλα αυτά τα 40 χρόνια τα βλέπουμε
συγκεντρωμένα σ’ αυτές τις 3 λέξεις: έβοσκε τα πρόβατα.
Ο Κύριος, με την αγαθότητα, τη σοφία και την
πιστότητά Του, έφερε τον αγαπημένο υπηρέτη Του σ’ ένα ξεχωριστό τόπο, μακριά
από τα βλέμματα και τις σκέψεις των ανθρώπων, για να τον μορφώσει κάτω από την δική
Του επίβλεψη.
Ο Μωυσής το είχε ανάγκη. Είναι αλήθεια ότι
είχε περάσει 40 χρόνια μέσα στο παλάτι του Φαραώ και ωφελήθηκε αρκετά απ’ αυτό.
Αλλά ό,τι απέκτησε εκεί, ήταν ελάχιστο
συγκρινόμενο με όσα έμαθε στην έρημο.
Η παραμονή στο παλάτι ήταν χρήσιμη, η
παραμονή στην έρημο απαραίτητη.
Τίποτα δεν μπορεί ν’ αντικαταστήσει την
προσωπική κοινωνία με το Θεό και την αγωγή που παίρνει κανείς στο δικό Του
σχολείο.
Όλη «η σοφία των Αιγυπτίων» (Πράξ.ζ:22) δεν
τον κάνει ικανό για την υπηρεσία που ο Θεός τον έχει καλέσει.
Θα μπορούσε ν’ ακολουθήσει μια λαμπρή
σταδιοδρομία στις σχολές της Αιγύπτου και να βγει με πολλά διπλώματα, με
πλούσια γνώση, με την καρδιά γεμάτη υπερηφάνεια και ματαιότητα, αλλά ακόμα δεν
θα ήξερε την αλφαβήτα του σχολείου του Κυρίου.
Η ανθρώπινη σοφία και γνώση, όση αξία κι αν
έχουν, δεν μπορούν να κάνουν κάποιο, υπηρέτη του Θεού.
Ίσως είναι ικανός να παίξει κάποιο ρόλο στον
κόσμο, αλλά εκείνος που ο Θεός θέλει να χρησιμοποιήσει πρέπει να είναι
προικισμένος με πολύ διαφορετικές ιδιότητες που δεν αποκτούνται παρά στο
σχολείο της ερήμου:
Λουκ.ις:15 Και είπε προς αυτούς· Σεις είσθε
οι δικαιόνοντες εαυτούς ενώπιον των ανθρώπων, ο Θεός όμως γνωρίζει τας καρδίας
σας· διότι εκείνο, το οποίον μεταξύ των ανθρώπων είναι υψηλόν, βδέλυγμα είναι
ενώπιον του Θεού.
Ο Μωυσής έμαθε στο Χωρήβ, ο Ηλίας στο
χείμαρρο Χερίθ, ο Ιεζεκιήλ στον ποταμό Χεβάρ, ο Ιωσήφ στη φυλακή, ο Παύλος στην
Αραβία, ο Ιωάννης ο Βαπτιστής στην έρημο, ο Ιωάννης στην Πάτμο.
Μπορεί όμως εδώ να ρωτήσει κανείς, πως
μπορούμε ν’ ανταποκριθούμε στην επείγουσα ανάγκη εργατών, που σήμερα είναι τόσο
επιτακτική, αν θα πρέπει ο κάθε εργάτης να περάσει μια τόσο μακριά εκπαίδευση;
Αυτό είναι υπόθεση του Κυρίου, δεν είναι δική
μας. Αυτός ξέρει να σηκώνει τους εργάτες Του και να τους μορφώνει. Ξέρει πόσο
χρόνο χρειάζεται ο καθένας.
Ο Θεός μπορεί σε μια στιγμή να εκπαιδεύσει
τον εργάτη Του, αλλά βλέπουμε ότι πάντοτε τον κρατά αρκετό διάστημα, μόνο, μαζί
Του, πριν την είσοδό του στη δημόσια υπηρεσία ή μετά.
Διαφορετικά, ο εργάτης θα είναι ένας άκαρπος
και επιπόλαιος δάσκαλος θεωριών. Μοιάζει με το πλοίο που ανοίγεται στο πέλαγος
χωρίς να έχει σαβουρωθεί κατάλληλα, με αποτέλεσμα να ναυαγήσει (Α’ Τιμ.α:19).
Αντίθετα, αυτός που περνάει τις διάφορες
τάξεις του σχολείου του Θεού, έχει βάθος, σταθερότητα, εμμονή, στοιχεία
απαραίτητα για τη μόρφωση του χαρακτήρα του εργάτη του Θεού.
Στη Γέν.μς:34 βλέπουμε ότι «είναι βδέλυγμα εις τους Αιγυπτίους πας
ποιμήν προβάτων» και ο Μωυσής που «εδιδάχθη
πάσαν την σοφίαν των Αιγυπτίων» μεταφέρεται από το παλάτι της Αιγύπτου,
πίσω από ένα βουνό, για να βόσκει πρόβατα!
Βέβαια αυτός δεν είναι ο τρόπος που ενεργούν
οι άνθρωποι, αυτό είναι ακατανόητο για τη σάρκα.
Αυτό κατεβάζει μέχρι χώματος όλη την
υπερηφάνεια και τη δόξα του ανθρώπου και δείχνει ότι τα ανθρώπινα προτερήματα
έχουν ελάχιστη αξία μπροστά στο Θεό.
Είναι σαν σκύβαλα στα μάτια Εκείνου και όσων
διδάχτηκαν στο σχολείο Του:
Φιλ.γ:8 μάλιστα δε και νομίζω τα πάντα ότι
είναι ζημία διά το έξοχον της γνώσεως του Ιησού Χριστού του Κυρίου μου, διά τον
οποίον εζημιώθην τα πάντα, και λογίζομαι ότι είναι σκύβαλα διά να κερδήσω τον
Χριστόν
Υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα στην
ανθρώπινη και τη θεία διδασκαλία.
Η πρώτη έχει σκοπό να καλλιεργήσει και να
εξυψώσει την ανθρώπινη φύση, ενώ η δεύτερη αρχίζει από το να την «αποξηραίνει»
και να την παραμερίζει (Ησ.μ:6-8 Α’
Πέτρ.α:24).
«Ο
φυσικός άνθρωπος δεν δέχεται τα του Πνεύματος του Θεού διότι είναι μωρία εις
αυτόν, και δεν δύναται να γνωρίση αυτά, διότι πνευματικώς ανακρίνονται» (Α’ Κορ.β:14).
Όσο και να εκπαιδεύεται ο φυσικός άνθρωπος,
ποτέ δεν μπορεί να γίνει πνευματικός (Ιωάν.γ:6).
Με όλα τα παραπάνω δεν θέλουμε να
υποτιμήσουμε την αξία της μάθησης ή την καλλιέργεια πνευματικών ικανοτήτων που
είναι πραγματικά ωφέλιμες.
Αλλά, ένας γονιός, θα πρέπει να προσέξει στην
προσπάθειά του να μορφώσει το παιδί του, να μην το φορτώσει με πράγματα που
αργότερα πρέπει να παραμερίσει στη χριστιανική του πορεία.
Χάριν της παιδείας, ας μη το οδηγήσει σε
πράγματα από τα οποία θα του είναι σχεδόν αδύνατον ν’ απαλλαγεί χωρίς να
μολυνθεί πνευματικά.
Υπάρχει ένα λάθος φρόνημα ανάμεσα σε κάποιους
Χριστιανούς, ότι μόνο ο μορφωμένος γιατρός, δικηγόρος ή φιλόλογος μπορεί ν’
αναλάβει διακονία διδασκαλίας ή ποίμανσης, αλλά είναι λάθος.
Μόνο όταν ο Θεός σε ετοιμάσει και σου δώσει
τις γνώσεις που Αυτός ξέρει ότι πρέπει να έχεις, είσαι έτοιμος για τη διακονία.
Τότε μπορείς να είσαι και δικηγόρος και γιατρός και φιλόλογος, αν μπορείς!
Καλό είναι, ο καθένας μας, να δοκιμάσει
εμπειρικά τι σημαίνει «εις το όπισθεν
μέρος της ερήμου».
Τι σημαίνει αυτός ο άγιος τόπος, όπου η φύση
του ανθρώπου ταπεινώνεται και μόνο ο Θεός υψώνεται.
Εκεί, τα πράγματα, ο κόσμος, το εγώ, οι
περιστάσεις, όλα εκτιμιούνται με την πραγματική τους αξία. Εκεί, και πουθενά
αλλού, θα βρει ο καθένας μια δίκαιη ζυγαριά, ικανή να ζυγίσει ότι είναι μέσα
του κι ότι τον περιστοιχίζει.
Εκεί, δεν υπάρχουν ψεύτικα χρώματα,
δανεισμένα φτερά, μάταιες αξιώσεις. Ο εχθρός της ψυχής μας δεν έχει εξουσία να
χρυσώνει την άμμο αυτού του τόπου, εκεί τα πάντα είναι πραγματικότητα.
Η καρδιά έχει σωστές σκέψεις σε όλα τα
πράγματα και υψώνεται πολύ πιο πάνω από τις επιδράσεις των υποθέσεων αυτού του
κόσμου.
Ο θόρυβος που ζαλίζει, η ταραχή και η σύγχυση
της Αιγύπτου, δεν μπαίνουν σ’ αυτό τον παράμερο τόπο.
Εδώ η φιλοδοξία δεν ζει και η επιθυμία για
χρήμα δεν έχει αξία.
Η καρδιά δεν φουσκώνει από υπερηφάνεια, δεν
ζητάς τον έπαινο των ανθρώπων, ούτε αποθαρρύνεσαι από την κατάκρισή τους.
Εδώ δεν ακούς τίποτε άλλο, παρά τη φωνή του
Θεού.
Ο καιρός που περνά κανείς με το Θεό, δεν
είναι ποτέ χαμένος.
Είναι καλό να θυμόμαστε ότι υπάρχει και κάτι
άλλο εκτός τις δραστηριότητές μας.
Όποιος θέλει συνέχεια να κάνει κάτι, είναι
εκτεθειμένος στον κίνδυνο να κάνει περισσότερα απ’ ότι πρέπει:
Ησ.ν:4 Κύριος ο Θεός έδωκεν εις εμέ γλώσσαν
πεπαιδευμένων, διά να εξεύρω πως να λαλήσω λόγον εν καιρώ προς τον βεβαρυμένον·
εγείρει από πρωΐ εις πρωΐ, εγείρει το ωτίον μου, διά να ακούω ως οι
πεπαιδευμένοι.
Το να «ακούει» είναι ένα απαραίτητο μέρος της
διακονίας του εργάτη του Θεού. Πρέπει να έρχεται συχνά μπροστά στον Κύριο, για
να ξέρει τι πρέπει να κάνει.
Το «αυτί» και η «γλώσσα» είναι με πολλούς
τρόπους συνδεδεμένα με τη διακονία.
Αν το αυτί είναι κλειστό και η γλώσσα λυμένη,
δεν θα αποφύγει να λέει ανοησίες:
Ιακ.α:19 Λοιπόν, αδελφοί μου αγαπητοί, ας
είναι πας άνθρωπος ταχύς εις το να ακούη, βραδύς εις το να λαλή, βραδύς εις
οργήν·
Ωφέλειες από το σχολείο του Θεού (βόσκοντας άβουλα
πρόβατα):
1. Υπομονή. Ο Θεός δεν βιάζεται,
πρώτα θα τελειώσει το έργο Του μ’ εσένα και μετά θα σε χρησιμοποιήσει. Θα
φτάσει τουλάχιστον σ’ ένα ικανοποιητικό βαθμό, αφού δεν σταματά να εργάζεται
στη ζωή μας. Ο Μωυσής έμαθε να περιμένει την ώρα του Θεού, μπροστά στο Θεό.
2. Ταπείνωση. Ο Θεός έβγαλε το
Μωυσή μέσα από το παλάτι και τον έβαλε σε μια δουλειά που δεν είχε καμία δόξα.
Η υπερηφάνεια, απαιτεί την προσοχή των άλλων, αλλά όχι βέβαια άλογων προβάτων!
3. Σου
δίνει πολύτιμο χρόνο.
Να τα βρεις με τον εαυτό σου και να πάρεις τις αποφάσεις σου.
4. Συμπάθεια.
Απέκτησε
την καρδιά του ποιμένα για το ποίμνιο.
5. Απομόνωση.
Τον
δίδαξε να μένει μόνος του, μακριά απ’ τα μάτια του κόσμου κι έτσι απέκτησε
ευαισθησία στη φωνή του Θεού. Όταν είμαστε πολυάσχολοι δεν έχουμε χρόνο να
ησυχάσουμε και ν’ ακούσουμε τη φωνή του Θεού. Ο Ιησούς το έκανε αυτό συχνά.
6. Αντοχή.
Έπρεπε
να εμπιστεύεται το Θεό για όλες του τις ανάγκες. Δεν είχε πλέον χρήματα, παρά
μόνο νερό, φαί και σκεπάσματα (Φιλιπ.δ:12).
Όταν ο Θεός κάλεσε τον Μωυσή να
επιστρέψει στην Αίγυπτο, η πρώτη αντίδραση του Μωυσή δεν έδειξε εμπιστοσύνη.
Ήταν μια ερώτηση.
Έξοδ.γ:11 …Τις είμαι
εγώ, διά να υπάγω προς τον Φαραώ και να εξαγάγω τους υιούς Ισραήλ εξ Αιγύπτου;
Είναι μια από τις πιο ειλικρινείς
ερωτήσεις στη Γραφή.
Θα περίμενε κανείς ν’ απαντήσει ο Μωυσής
«Ιδού εγώ» ή «Κύριε, τι πρέπει να κάνω».
Εκπλησσόμαστε όμως από την απροθυμία του να
κάνει το θέλημα του Θεού, αν κι αυτό ήταν η επιθυμία της καρδιάς του, να δει
την υπόσχεση του Θεού να εκπληρώνεται στη ζωή του.
Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει με πολλούς
Χριστιανούς σήμερα.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ενθύμηση του
πρώτου λάθους τον κλόνιζε.
Όταν κανείς ενεργεί χωρίς το Θεό, σ’
οποιοδήποτε ζήτημα, είναι σίγουρο ότι θ’ αποθαρρυνθεί, ακόμα κι όταν ο Θεός τον
αποστείλει.
Εδώ ο Μωυσής δεν μοιάζει καθόλου με τον
άνθρωπο που πριν 40 χρόνια «ενόμιζεν ότι
οι αδελφοί αυτού ήθελον νοήσει ότι ο Θεός διά της χειρός αυτού δίδει εις αυτούς
σωτηρίαν» (Πράξ.ζ:25).
Έτσι είναι πάντοτε ο άνθρωπος! Τη μια
βιάζεται και την άλλη καθυστερεί!
Στα 40 του ο Μωυσής ήταν βιαστικός, τώρα
είναι επιφυλακτικός.
Είχε μάθει πολλά πράγματα από εκείνη την
ημέρα που χτύπησε τον Αιγύπτιο.
Είχε προοδεύσει στη γνώση του εαυτού του κι
έτσι έγινε δύσπιστος και δειλός.
Αυτό όμως δείχνει ότι υστερεί και σ’
εμπιστοσύνη προς το Θεό.
Αν βλέπω μόνο στον εαυτό μου, σίγουρα δεν θα
καταφέρω τίποτα.
Αν όμως βλέπω στο Χριστό, «τα πάντα δύναμαι».
Ο Θεός ποτέ δεν καλεί κάποιον χωρίς να του
δώσει και την ικανότητα να εκπληρώσει την κλήση.
Σαράντα χρόνια νωρίτερα, ο Μωυσής
είχε ζήσει στο παλάτι του Φαραώ.
Τώρα ήταν βοσκός στην έρημο.
Ο πρίγκιπας είχε γίνει φυγάς.
Ο άνθρωπος που κάποτε προσπάθησε
να ελευθερώσει τον λαό του είχε περάσει τέσσερις δεκαετίες στη Μαδιάμ.
Από την οπτική γωνία του Μωυσή, η
ερώτηση είχε απόλυτο νόημα.
«Ποιος είμαι εγώ;»
Αλλά προσέξτε την απάντηση του
Θεού.
Δεν θυμίζει στον Μωυσή την
εκπαίδευσή του.
Δεν αναφέρει ότι κάποτε είχε
μεγαλώσει στο σπίτι του Φαραώ.
Δεν λέει στον Μωυσή να πιστέψει
στον εαυτό του.
Αντ' αυτού, ο Θεός λέει απλώς:
Έξοδ.γ:12 Και είπεν ο
Θεός, Βεβαίως εγώ θέλω είσθαι μετά σού·
Αν ο Θεός είναι μαζί μου, τι σημασία έχει
ποιος είμαι ή τι είμαι!
Έτσι, αντικρούεται το παραπάνω πρόσχημα.
Μ’ αυτά τα λόγια, ο υπηρέτης του Θεού είναι
πλούσια εφοδιασμένος με θεία εξουσία και δύναμη, ώστε να μπορεί να πάει όπου ο
Θεός τον αποστέλλει.
Αυτό αλλάζει ολόκληρη τη
συζήτηση.
Ο Μωυσής επικεντρώθηκε στην
ανεπάρκειά του.
Ήταν αργός στην ομιλία.
Ωστόσο, ο Θεός έστρεψε την
προσοχή του στην παρουσία Του.
Η απάντηση στην ερώτηση του Μωυσή
δεν βρέθηκε ποτέ στον ίδιο τον Μωυσή.
Βρέθηκε στον Θεό που τον κάλεσε.
Πόσο συχνά κάνουμε την ίδια
ερώτηση;
·
«Ποιος είμαι εγώ για να ηγηθώ;»
·
«Ποιος είμαι εγώ για να μιλήσω;»
·
«Ποιος είμαι εγώ για να υπηρετήσω;»
Μετράμε την κλήση του Θεού με τη
δική μας ικανότητα.
Ο Θεός απαντά δείχνοντάς μας τον
εαυτό Του.
Προσέξτε τι δεν λέει ο Θεός.
Ποτέ δεν λέει στον Μωυσή, «Είσαι
αρκετός».
Αντίθετα, λέει, «Θα είμαι μαζί
σου».
Υπάρχει μια βαθιά διαφορά.
Η εμπιστοσύνη του λαού του Θεού
δεν στηρίχθηκε ποτέ σε αυτό που είναι.
Πάντα στηριζόταν στο ποιος ο Θεός
είναι.
Πριν ο Θεός πει στον Μωυσή τι θα
έκανε...
Τον διαβεβαίωσε ότι θα πήγαινε
μαζί του.
Αυτό είναι το θεμέλιο κάθε κλήσης
που δίνει ο Θεός.
·
Δεν είναι η δύναμή μας.
·
Δεν είναι η εμπειρία μας.
·
Δεν είναι η ευγλωττία μας.
αλλά η παρουσία Του.
Η πεποίθησή μας δεν ήταν ποτέ ότι
είμαστε αρκετοί.
Η πεποίθησή μας είναι ότι ο
Χριστός είναι μαζί μας.
Επειδή τελικά, το κάλεσμα του
Θεού δεν εξαρτήθηκε ποτέ από την ικανότητα αυτού που στέλνει.
Πάντα εξαρτιόταν από την
πιστότητα Εκείνου που τους στέλνει.
Ματθ.κη:18-20 Και
προσελθών ο Ιησούς, ελάλησε προς αυτούς, λέγων· Εδόθη εις εμέ πάσα εξουσία εν
ουρανώ και επί γης. Πορευθέντες λοιπόν μαθητεύσατε πάντα τα έθνη, βαπτίζοντες
αυτούς εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος,
διδάσκοντες αυτούς να φυλάττωσι πάντα όσα παρήγγειλα εις εσάς· και ιδού, εγώ
είμαι μεθ' υμών πάσας τας ημέρας έως της συντελείας του αιώνος. Αμήν.
