Ιούδ.α:3 Αγαπητοί, επειδή καταβάλλω πάσαν σπουδήν να σας γράψω περί της κοινής σωτηρίας, έλαβον ανάγκην να σας γράψω, προτρέπων εις το να αγωνίζησθε δια την πίστιν, ήτις άπαξ παρεδόθη εις τους αγίους.

Κυριακή 2 Φεβρουαρίου 2020

Χαμένα χρόνια (;)



Έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε μέσα στις σελίδες της Βίβλου τους ανθρώπους του Θεού δραστήριους και ίσως νομίζουμε ότι έτσι ήταν σε όλη τους τη ζωή. Όμως η προσεκτική μελέτη των Γραφών δείχνει ότι σε όλων τη ζωή υπήρχαν διαστήματα που πέρασαν σε ΑΠΡΑΞΙΑ. Απραξία τουλάχιστον προς τα έξω, επειδή κανείς δε γνωρίζει ΤΙ Ο ΘΕΟΣ εργαζόταν μέσα στην καρδιά τους.

Κανείς δεν ξεχνά τα 40 χρόνια του Μωυσή στη Μαδιάμ, τα χρόνια που έμεινε ο Παύλος στην Αραβία ή το διάστημα που ο προφήτης Ηλίας έμεινε στη Σιδώνα, για να σημειώσουμε μερικά παραδείγματα.

Ίσως δεν υπήρξε άνθρωπος τόσο δραστήριος όσο ο απόστολος Παύλος. Πριν ακόμη του αποκαλυφθεί ο Χριστός στο δρόμο προς τη Δαμασκό, γνωρίζουμε ότι εργαζόταν με όλη του τη δύναμη ενάντια σ’ εκείνο που ΝΟΜΙΖΕ ότι ήταν κακό για την πίστη των πατέρων του. Ήταν εκείνος που «πνέων έτι απειλήν και φόνον κατά των μαθητών του Κυρίου, ήλθε προς τον αρχιερέα, και εζήτησε παρ' αυτού επιστολάς εις Δαμασκόν προς τας συναγωγάς, όπως, εάν εύρη τινάς εκ της οδού ταύτης, άνδρας τε και γυναίκας, φέρη δεδεμένους εις Ιερουσαλήμ» (Πράξ.θ:1-2).


Στη συνέχεια, αφού βαφτίστηκε, τον βλέπουμε πάλι δραστήριο, αυτή τη φορά στο στρατόπεδο του Χριστού, καθώς «ευθύς εκήρυττεν εν ταις συναγωγαίς τον Χριστόν, ότι ούτος είναι ο Υιός του Θεού» (Πράξ.θ:19-20).

Τι προκομμένος άνθρωπος, θα έλεγε δίκαια κάθε αναγνώστης της Καινής Διαθήκης! Και πράγματι ήταν προκομμένος και άξιος εργάτης του Κυρίου ο Παύλος, αφού μέσα σε λίγα χρόνια είχε διατρέξει όλη σχεδόν τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία, από την Παλαιστίνη και την Αραβία μέχρι τη Ρώμη - μάλιστα σχεδίαζε να πάει και στην Ισπανία (Ρωμ.ιε:24), αλλά δεν ξέρουμε αν το κατόρθωσε τελικά.

Ακόμη και κατά τα δύο χρόνια που ο Παύλος έμεινε στη φυλακή της Ρώμης, δεν έπαψε να είναι δραστήριος και παραγωγικός, καθώς όχι μόνο δεχόταν ενδιαφερόμενους στους οποίους κήρυττε, αλλά και έγραψε κάποιες από τις Επιστολές της Καινής Διαθήκης (Πράξ.κη:30-31).

Πίσω από μια τόσο εντυπωσιακή δραστηριότητα, συνήθως περνάει απαρατήρητο ότι ο Παύλος έμεινε μια εξίσου μακρόχρονη περίοδο στη φυλακή της Καισάρειας, όμως άπραγος, χωρίς να κηρύττει, χωρίς να βλέπει πολύ κόσμο. Το περιστατικό καταχωρείται στα κεφάλαια κα'-κζ' των Πράξεων και ο Λουκάς διαθέτει ασυνήθιστα μεγάλο χώρο για να διηγηθεί αρκετές από τις «λεπτομέρειες».

Το 57 μ.Χ. ο Παύλος, ύστερα από κάποια ευχή που είχε κάνει, επέστρεψε στα Ιεροσόλυμα και πήγε στο Ναό μαζί με κάποιους νεαρούς που είχαν παρόμοια ευχή, ακολουθώντας τη συμβουλή του Ιάκωβου. Εκεί αναγνωρίστηκε από τους Ιουδαίους, οι οποίοι νομίζοντας ότι οι νέοι που συνόδευε ήταν εθνικοί, τον έσυραν έξω από το Ιερό θέλοντας να τον σκοτώσουν. Μόνο χάρη στην επέμβαση Ρωμαίων στρατιωτών σώθηκε από τον όχλο και κρατήθηκε προσωρινά ώσπου οι αξιωματούχοι να ξεκαθαρίσουν τι ακριβώς είχε συμβεί. Αυτή η διαδικασία, που λογικά θα μπορούσε να τελειώσει μέσα σε λίγες ώρες ή ημέρες, για τον Παύλο κράτησε περισσότερο από 24 μήνες.

Το ρωμαϊκό δίκαιο είχε και αυτό τα «κενά» του, αφού οι αρμόδιοι -όχι σπάνια, όπως φαίνεται από τη διήγηση του Λουκά- φρόντιζαν να μεταβιβάζουν σε άλλους τις ευθύνες, αδιαφορώντας αν αυτό απέβαινε σε βάρος του πολίτη. Έτσι, λοιπόν, ο αρμόδιος χιλίαρχος Λυσίας παρέπεμψε τον Παύλο στον ηγεμόνα Φήλικα, στην Καισάρεια, κι ο Φήλικας, που δεν ήταν λιγότερο ευθυνόφοβος, ανέβαλε να πάρει απόφαση, περιμένοντας να συγκεντρώσει περισσότερα στοιχεία...

Βέβαια ο Φήλικας είχε και έναν άλλο λόγο γι' αυτή την παράταση: «Ήλπιζεν ότι θέλουσι δοθή εις αυτόν χρήματα υπό του Παύλου». Αφού όμως ο φυλακισμένος του ήταν αξιόλογος συζητητής, ίσως και για να περνά την ώρα του, φρόντιζε συχνά πυκνά να κουβεντιάζει μαζί του (Πράξ.κδ:26).

Ο Λουκάς γράφει πόσο κράτησε αυτό το πήγαινε-έλα σημειώνοντας ότι, «μετά την συμπλήρωσιν δύο ετών, ο Φήλιξ έλαβε διάδοχον τον Πόρκιον Φήστον και θέλων να κάμη χάριν εις τους Ιουδαίους ο Φήλιξ, αφήκε τον Παύλον δεδεμένον» (εδ.27).

Όταν ανέλαβε τη διοίκηση ο Φήστος, οι Ιουδαίοι, που δεν είχαν λησμονήσει τον Παύλο, επανέφεραν το αίτημά τους για την τιμωρία του και, όπως φαίνεται, θα το κατάφερναν αν ο απόστολος δεν είχε τη ρωμαϊκή υπηκοότητα και μπόρεσε να γλιτώσει από την άδικη καταδίκη, μόνο επικαλούμενος το δικαίωμά του να δικαστεί από τον καίσαρα.

Όμως και γι' αυτό χρειαζόταν επιπλέον χρόνος. Σαν αποτέλεσμα η κράτησή του στη φυλακή της Καισάρειας παρατάθηκε ακόμη περισσότερο (Πράξ.κε:12).

Τα δυο αυτά χρόνια ήταν μεγάλη σπατάλη χρόνου, και μάλιστα για έναν άνθρωπο τόσο χρήσιμο όπως ο Παύλος που παρέμεινε στη φυλακή χωρίς λόγο εξαιτίας της διαφθοράς ενός Ρωμαίου στρατιωτικού...

Πόσο άσχημη πρέπει να ήταν η κατάσταση στην οποία βρέθηκε χωρίς τη θέλησή του ο απόστολος του Χριστού! Η κάθε μέρα θα μπορούσε να ήταν μια αφορμή για πειρασμούς από τον διάβολο που ασφαλώς θα ρωτούσε: -Πού είναι ο Θεός σου; Γιατί σε παράτησε εδώ μέσα; Πότε θα βρεις το δίκιο σου;

Παράλληλα με τούτη τη δοκιμασία από το μέρος του πονηρού, υπήρχε βέβαια και ο ζήλος του Παύλου που επίσης θα τον απασχολούσε έντονα, «ο καθ' ημέραν επικείμενος εις εμέ αγών, η μέριμνα πασών των εκκλησιών» εξαιτίας του οποίου ασθενούσε με τους ασθενείς και φλεγόταν όταν μάθαινε πως κάποιος σκανδαλίστηκε (Β' Κορ.ια:28-29).

Ένας άνθρωπος που είχε λάβει ΑΠΟΣΤΟΛΗ από τον Κύριο και γνώριζε ΠΟΣΟ ΗΤΑΝ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΟΣ για το έργο του Θεού, ήταν τώρα υποχρεωμένος να περιμένει πότε θα γίνουν τα κέφια του Ρωμαίου έπαρχου.

Εκείνος που δίσταζε να διαλέξει το να είναι με το Χριστό ή να μένει σ' αυτή τη ζωή επειδή ήταν «αναγκαιότερον» για τους πιστούς (Φιλιπ.α:22-24), παρακολουθούσε τους μήνες να περνούν χωρίς να μπορεί να βρίσκεται κοντά στα πνευματικά του τέκνα. Τι θα γίνουν όλοι αυτοί που σε έχουν ανάγκη, Παύλε; θα ρωτούσε κάποιος. Τι θα γίνουν οι Εκκλησίες; Ποιος θα μιλήσει στους αμαρτωλούς;

Εμείς στη θέση του ΘΑ ΕΙΧΑΜΕ ΤΡΕΛΑΘΕΙ. Τόσες εκκρεμότητες, τόσες ανάγκες, τόσες χαμένες ευκαιρίες. Κι αυτός να μένει ΑΧΡΗΣΤΟΣ μέσα σε ένα κελί, περιμένοντας.

Εκείνος που τάραξε την οικουμένη όλη, τώρα περιμένει, δε μπορεί παρά μόνο να προσεύχεται και να κάνει υπομονή.

Και πρέπει να ήταν ΠΟΛΥ ΜΕΓΑΛΗ Η ΥΠΟΜΟΝΗ ΤΟΥ, αφού έμεινε στη φυλακή ΧΩΡΙΣ να έχει καταδικαστεί. Δεν ήταν, δηλαδή, μια ποινή που γνώριζε τη διάρκειά της και μπορούσε να μετράει τις μέρες που έφυγαν και να βλέπει ΠΟΣΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΑΠΟΜΕΝΕΙ, αλλά μια ΑΔΙΚΗ ΠΡΑΚΤΙΚΗ, ενός άδικου ανθρώπου, σε βάρος του δούλου του Θεού.

Όμως υπήρξαν κάποιες αξιοπρόσεκτες «λεπτομέρειες», που δεν θα έπρεπε να μείνουν χωρίς προσοχή.

1. Ο Φήλικας και η γυναίκα του που ήταν Ιουδαία, είχαν πολλές ιδιωτικές συζητήσεις με τον Παύλο «περί της εις Χριστόν πίστεως» (Πράξ.κδ:24).

2.  Καθώς κάποια από εκείνες τις ημέρες επισκέφθηκε την πόλη ο βασιλιάς Ηρώδης Αγρίππας, ο Φήστος ζήτησε τη γνώμη του για την υπόθεση του Παύλου, κι αυτό είχε σαν αποτέλεσμα ο Αγρίππας ν' ακούσει την απολογία του Παύλου, που στην πραγματικότητα ήταν ένα λεπτομερέστατο κήρυγμα απέναντι στο οποίο ο βασιλιάς υποχρεώθηκε να πει τη γνωστή τραγική φράση: «Παρ' ολίγον με πείθεις να γείνω Χριστιανός» (Πράξ.κε:22-28). Παράλληλα ομολόγησε την αθωότητα του Παύλου, αν και για τυπικούς πλέον λόγους, εφόσον είχε ζητήσει να δικαστεί από τον καίσαρα, έπρεπε η υπόθεση να φτάσει ως εκεί.

Δεν μπορούμε να ξεχάσουμε ότι από την αρχή της κλήσης του Παύλου ο Κύριος είχε αποκαλύψει ότι ο δούλος Του αυτός, ήταν ένα ξεχωριστό σκεύος που πέρα από τους Ισραηλίτες, έμελλε «να βαστάση το όνομά μου ενώπιον εθνών και βασιλέων» (Πράξ.θ:15). Πώς θα μπορούσε να γίνει αυτό αν δεν μεσολαβούσαν αυτές οι «δικονομικές» περιπέτειες του Παύλου; Πού αλλού θα συναντιόταν με τον Αγρίππα ή τον Καίσαρα; Πώς αλλιώς μεταξύ των αγίων θα εγγράφονταν και «οι εκ της οικίας του Καίσαρος»; (Φιλιπ.δ:22).

Πολλά γνώριζε ο Παύλος και πολλά είχε διδάξει. Ίσως ήταν τώρα η ώρα για ν' αποδείξει πως και ο ίδιος ήταν έτοιμος να εφαρμόσει τις διδαχές του. Για παράδειγμα δίδαξε ότι:

1. «Δεν είναι του θέλοντος ουδέ του τρέχοντος, αλλά του ελεούντος Θεού» (Ρωμ. θ:16).

Με άλλα λόγια, ότι το έργο του ευαγγελισμού δεν είναι υπόθεση ανθρώπινη αλλά του Θεού. Όσο κι αν προσπαθεί ο άνθρωπος, όσα και αν ξοδεύει ή ξοδεύεται ο ίδιος, τίποτα δεν πρόκειται να γίνει αν δεν είναι Η ΩΡΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ.
Πόσο το χρειαζόμαστε αυτό το μάθημα, ιδιαίτερα κάποιοι, που νομίζουν ότι όλα εξαρτώνται από αυτούς και τη δραστηριότητά τους, εκείνοι που τρέχουν «για να σώσουν τον κόσμο» θεωρώντας ότι τους έχει ανάγκη ο Θεός;

2. «Να ανοίξη εις ημάς ο Θεός θύραν του λόγου» (Κολ.δ:2-4).

Πολλοί απορούν γιατί δεν υπάρχει σήμερα καρποφορία στο κήρυγμα. Γιατί δεν πιστεύουν μαζικά οι άνθρωποι, όπως γινόταν στις αποστολικές ημέρες; Κάποιοι προσπαθούν να δραστηριοποιήσουν την αδελφότητα, άλλοι κάνουν εκκλήσεις για συγκέντρωση χρημάτων... Όμως πόσοι απ' αυτούς περιμένουν ν' ανοίξει ο Θεός «θύραν λόγου»;

Ο Παύλος για να πάει κάπου να μιλήσει, ήθελε πρώτα να γνωρίζει ότι εκεί τον στέλνει ο Θεός. Δεν έπαιρνε κατευθύνσεις από κάποια ιεραποστολική οργάνωση, ούτε από κανέναν «εργοδότη», ούτε ενδιαφερόταν ν' αρέσει στους ανθρώπους που τον χρηματοδοτούσαν. Η κλήση του ήταν από το Θεό και σ' Εκείνον μόνο θα έδινε λόγο. Αν, λοιπόν, ο Θεός είχε διαλέξει για το δούλο Του να μείνει για ένα διάστημα στην «εφεδρεία», αυτό δεν ήταν πρόβλημα του Παύλου αλλά του «στρατολογήσαντος».

3. «Προσεύχεσθε αδελφοί, περί ημών, διά να τρέχη ο λόγος του Κυρίου» (Β' Θεσ.γ:1).

Ο Παύλος γνώριζε καλά ότι εκτός από το τρέξιμο -την όποια ανθρώπινη προσπάθεια- υπάρχει η προσευχή! Γνώριζε πως από μόνος του ήταν «ουδέν» και είχε μεγάλη ανάγκη να συμμετέχει στο έργο του με προσευχή το υπόλοιπο σώμα του Χριστού.

Συνήθως νομίζουμε πως όλα επαφίενται σ' εμάς, στη γνώση και την ικανότητά μας, στα στρατηγικά μας σχέδια, στις δαπάνες και τους κόπους μας. Αλλά για το έργο της σωτηρίας των αμαρτωλών δεν είναι αρκετές οι πλάτες μας. Δεν είμαστε ικανοί ν' αντιμετωπίσουμε μόνοι το Διάβολο που έχει αιχμαλώτους τους ανθρώπους. Χρειάζεται συντονισμένη ενέργεια ΟΛΟΥ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ.

Συχνά ακούμε από κήρυκες ότι πήγαν σε διάφορους τόπους και κήρυξαν και ο λόγος τους είχε καλή υποδοχή. Όμως δεν βλέπουμε μόνιμα αποτελέσματα δεν βλέπουμε πνευματική προκοπή, δεν βλέπουμε «τον καρπό στις αποθήκες. Τι φταίει; Τουλάχιστον μία από τις αιτίες είναι ότι καθένας κινείται μόνος του, χωρίς να έχει σημείο εκκίνησης και ύστερα σημείο αναφοράς, χωρίς η εκκλησία να προσεύχεται γι' αυτούς και το έργο τους.

4. «Διά να ελευθερωθώμεν από των παραλόγων και πονηρών ανθρώπων» (Β' Θεσ.γ:2).

Ο Παύλος συχνά αντιμετώπισε πονηρούς και παράλογους ανθρώπους στα ταξίδια του.

Πώς να ξεχάσουμε τον μάγο Ελύμα ή τον αρχισυνάγωγο Σωσθένη, τους Ιουδαίους που τον ακολουθούσαν όπου κι αν πήγαινε για να διώξουν εκείνους που πίστευαν, τους Ιουδαΐζοντες που ανέτρεπαν το κήρυγμα της χάρης;

Γνώριζε ο Παύλος πως η πάλη του δεν ήταν «εναντίον εις αίμα και σάρκα, αλλ' εναντίον εις τας αρχάς, εναντίον εις τας εξουσίας, εναντίον εις τους κοσμοκράτορας του σκότους του αιώνος τούτου, εναντίον εις τα πνεύματα της πονηρίας εν τοις επουρανίοις» (Εφεσ.ς:12). Οι δυνάμεις αυτές για τις επιθέσεις τους συνήθως χρησιμοποιούν ανθρώπινα όργανα, άτομα που είναι πρόθυμα να δράσουν ενάντια στους πιστούς του Κυρίου. Φορείς του πνεύματος του Αντίχριστου οι άνθρωποι αυτοί αντιλέγουν, διαβάλουν, κατηγορούν, επιτίθενται, απειλούν, είναι ικανοί να φτάσουν μέχρι το φόνο... Και ο Παύλος παρακαλούσε την Εκκλησία να προσεύχεται στο Θεό για να προστατευθεί η διακονία του από τέτοιους ανθρώπους.

5. «Ούτως ας μας θεωρή πας άνθρωπος, ως υπηρέτας του Χριστού, και οικονόμους των μυστηρίων του Θεού. Το δε επίλοιπον, ζητείται μεταξύ των οικονόμων να ευρεθή έκαστος πιστός» (Α' Κορ.δ:1-2).

Οι άνθρωποι ταξινομούν τους αγίους με διάφορα κριτήρια. Ακόμη και ανάμεσα στους απόστολους έθεσαν σειρά αξίας - πρωτόκλητος ο Ανδρέας, κορυφαίος ο Πέτρος, ουρανοβάμων ο Παύλος κ.ο.κ. Στον αγρό του Θεού όμως υπάρχουν μόνο εργάτες κι ο Παύλος αναγνώριζε έναν μόνο ρόλο, εκείνον του ΥΠΗΡΕΤΗ, του ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, του ΔΟΥΛΟΥ.

Ενώ οι άνθρωποι μάχονται για θέσεις και τίτλους, για οφίκια και πρωτεία, ο Παύλος γνώριζε την αληθινή όψη της πραγματικότητας: «Τις είναι ο Παύλος, και τις ο Απολλώς, παρά υπηρέται διά των οποίων επιστεύσατε, και όπως ο Κύριος έδωκεν εις έκαστον;» (Α' Κορ.γ:5).

Για να ερμηνεύσει στη συνέχεια: «Εγώ εφύτευσα, ο Απολλώς επότισεν, αλλ' ο Θεός ηύξησεν. Ώστε ούτε ο φυτεύων είναι τι, ούτε ο ποτίζων, αλλ' ο Θεός ο αυξάνων. Ο φυτεύων δε και ο ποτίζων είναι εν και έκαστος θέλει λάβει τον εαυτού μισθόν κατά τον κόπον αυτού. Διότι του Θεού είμεθα συνεργοί σεις είσθε του Θεού αγρός, του Θεού οικοδομή» (Α' Κορ.γ:6-9).

Όταν ο Παύλος έγραφε στους Ρωμαίους, ήξερε καλά ότι αυτοί έμαθαν το Ευαγγέλιο από άλλους πιστούς. Δεν περίμενε ο Κύριος από τον Παύλο να τα κάνει όλα. Είχε και άλλους «συνεργούς» ο Θεός. Κι είναι αξιοθαύμαστο πώς ο Παύλος αποδεχόταν τους συνδούλους του στο έργο του Χριστού.

Αντίθετα, οι σημερινοί «εργάτες», θεωρούν ΔΙΚΕΣ ΤΟΥΣ τις Εκκλησίες και σε όλα θέλουν αυτοί να ΔΙΑΦΕΝΤΕΥΟΥΝ, όπως έκαναν πριν από την Πεντηκοστή οι μαθητές, για να τους πει ο Χριστός: «Δεν εξεύρετε ποίου πνεύματος είσθε σεις» (Λουκ.θ:55).

Δεν είναι άξιο απορίας, ύστερα από τα παραπάνω, που η σημερινή εκκλησία είναι υποχρεωμένη να ομολογήσει: «κοπιάσαντες δεν επιάσαμεν ουδέν» (Λουκ.ε:5).

Πώς να επιτύχεις άνθρωπε όταν ο Χριστός λέει: «Χωρίς εμού δεν δύνασθε να κάμητε ουδέν»; (Ιωάν.ιε:5). Νομίζεις πως όλα εξαρτώνται από εσένα. Νομίζεις πως είσαι ο μόνος κατάλληλος, ο ικανότερος. Νομίζεις πως αν παραμεριστείς θα χαθεί η εκκλησία του Χριστού!

Ο Χριστός όμως είπε ότι η βασιλεία του Θεού είναι σαν τον αγρότη που αφού σπείρει τον σπόρο πηγαίνει και κοιμάται. Ύστερα «ο σπόρος βλαστάνη, και αυξάνη, καθώς αυτός δεν εξεύρει. Διότι αφ' εαυτής η γη καρποφορεί» (Μάρκ.δ:26-29). Άρα Ο ΘΕΟΣ ΜΠΟΡΕΙ ΚΑΙ ΧΩΡΙΣ ΕΜΑΣ!

Ο Θεός έχει τους σκοπούς Του και περιμένει από εμάς μάλλον ΥΠΟΤΑΓΗ παρά ΘΥΣΙΑ.
Άραγε θα θέλαμε να μάθουμε από το πάθημα του Σαούλ, του πρώτου βασιλιά του Ισραήλ; Σε μια φάση της ιστορίας του, είχε πάρει οδηγία να περιμένει τον Προφήτη του Θεού πριν από κάποια μάχη, για να θυσιάσει. Πράγματι, ο Σαούλ «περιέμεινεν επτά ημέρας», (Α’ Σαμ.ιγ:8) όμως δεν άντεξε περισσότερο επειδή οι στρατιώτες του άρχισαν να διαλύονται, γι' αυτό τόλμησε να κάνει τη θυσία μόνος του. Όταν ήρθε τελικά ο Σαμουήλ του είπε: «Συ έπραξας αφρόνως δεν εφύλαξας το πρόσταγμα Κυρίου του Θεού σου, το οποίον προσέταξεν εις σε» (Α’ Σαμ.ιγ:13) με αποτέλεσμα να θερίσει φοβερές συνέπειες.

Ασφαλώς ο Σαούλ νόμιζε ότι παίρνοντας πρωτοβουλίες θα ευχαριστούσε το Θεό, χωρίς να καταλαβαίνει ότι μ' αυτή του την προπέτεια πρόσβαλε και αμφισβητούσε τον Κύριο. Απέναντι σ' αυτή τη στάση ο Σαμουήλ είπε την μεγάλη αλήθεια: «Μήπως ο Κύριος αρέσκεται εις τα ολοκαυτώματα και εις τας θυσίας, καθώς εις το να υπακούωμεν της φωνής του Κυρίου; ιδού, η υποταγή είναι καλητέρα παρά την θυσίαν η υπακοή, παρά το πάχος των κριών» (Α' Σαμ.ιε:22).

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Δεν υπάρχουν «χαμένα χρόνια» στη ζωή μας. Κανείς δε γνωρίζει τα θεία σχέδια και πώς με σοφία φροντίζει ώστε να γίνει γνωστή «η χάρις του Θεού η σωτήριος εις πάντας ανθρώπους» (Τίτ.β:11).

Δεν ήταν λόγια χωρίς αντίκρισμα όταν έγραφε: «πρόθυμος είμαι, το κατ' εμέ, να κηρύξω το ευαγγέλιον και προς εσάς τους εν Ρώμη» (Ρωμ.α:15). Αν αυτό το έργο έπρεπε να περάσει μέσα από τις ρωμαϊκές φυλακές, κανένα πρόβλημα για τον Παύλο. Εκείνος που χαιρόταν για κάθε βήμα εξάπλωσης του Ευαγγελίου, ακόμη κι όταν αυτό γινόταν με τρόπους ανορθόδοξους, μπορούσε να «περιμένει» στη φυλακή για τον ίδιο σκοπό. Επίσης, όπως ζητούσε οι άλλοι να προσεύχονται γι' αυτόν, τώρα μπορούσε να κάνει το ίδιο και εκείνος για τους συνδούλους του.

Ακόμη κι αν δεν γνωρίζουμε τους ακριβείς λόγους για τους οποίους ο Κύριος επέτρεψε την παραμονή του Παύλου στη φυλακή της Καισάρειας, γνωρίζουμε με βεβαιότητα ότι «πάντα συνεργούσι προς το αγαθόν εις τους αγαπώντας τον Θεόν» (Ρωμ.η:28).

Μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι και μέσω της απραξίας και ταλαιπωρίας του Παύλου κάποιο καλό ο Κύριος κατεργαζόταν, είτε για τον ίδιο προσωπικά είτε για την Εκκλησία του γενικότερα, όπως το ίδιο κάνει και σήμερα, στη ζωή του καθενός μας.