Ιούδ.α:3 Αγαπητοί, επειδή καταβάλλω πάσαν σπουδήν να σας γράψω περί της κοινής σωτηρίας, έλαβον ανάγκην να σας γράψω, προτρέπων εις το να αγωνίζησθε δια την πίστιν, ήτις άπαξ παρεδόθη εις τους αγίους.

Δευτέρα 8 Απριλίου 2024

«αλλ' εαυτόν εκένωσε λαβών δούλου μορφήν…» (Φιλιπ.β:5-11).



Ένα εδάφιο που χρησιμοποιείται λάθος προκειμένου να υποστηρίξει τη λάθος διδασκαλία των δυο (τουλάχιστον) θεών, είναι η περικοπή στους Φιλιπ.β:5-11, που φανερώνει το φρόνημα του Χριστού.

Λένε λοιπόν ότι ο Χριστός ενώ ήταν στον ουρανό σαν θεός, πριν κατέβη στη γη, άδειασε από τη θεότητα Του, ταπεινώθηκε, έγινε άνθρωπος, ανέβηκε στο σταυρό και πέθανε για τις αμαρτίες μας.

Αυτή είναι η κύρια ερμηνεία που δίνουν οι πιο επίσημες πηγές της θεωρίας της τριάδας, αν και χωρίζονται σε «κενωτικούς» και «μη κενωτικούς».

Οι κενωτικοί λένε ότι ο Χριστός άδειασε τελείως από τη θεότητά του όταν ήρθε στη γη και ήταν σκέτος άνθρωπος, όχι θεός!

Η θεότητα δηλαδή, κατ’ αυτούς, είναι σαν ένα ρούχο που το βάζεις, το βγάζεις, το αφήνεις στην κρεμάστρα και το ξαναβάζεις!

Η άλλη πλευρά (μη κενωτικοί), λέει ότι ο Χριστός ναι μεν κένωσε τον Εαυτό Του από τη θεότητά Του, αλλά κατά κάποιο τρόπο ήταν πάλι θεός εδώ στη γη.

Ας δούμε τα εδάφια που μας ενδιαφέρουν από το κριτικό κείμενο:

Φιλ.β:5-11 « τοῦτο φρονεῖτε ἐν ὑμῖν ὁ καὶ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, ὃς ἐν μορφῇ θεοῦ ὑπάρχων οὐχ ἁρπαγμὸν ἡγήσατο τὸ εἶναι ἴσα θεῷ, ἀλλὰ ἑαυτὸν ἐκένωσεν μορφὴν δούλου λαβών, ἐν ὁμοιώματι ἀνθρώπων γενόμενος· καὶ σχήματι εὑρεθεὶς ὡς ἄνθρωπος. ἐταπείνωσεν ἑαυτὸν γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δὲ σταυροῦ. διὸ καὶ ὁ θεὸς αὐτὸν ὑπερύψωσεν καὶ ἐχαρίσατο αὐτῷ τὸ ὄνομα τὸ ὑπὲρ πᾶν ὄνομα, ἵνα ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ πᾶν γόνυ κάμψῃ ἐπουρανίων καὶ ἐπιγείων καὶ καταχθονίων. καὶ πᾶσα γλῶσσα ἐξομολογήσηται ὅτι κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς εἰς δόξαν θεοῦ πατρός».

Το θέμα που ασχολείται ο Παύλος στο κεφάλαιο αυτό, είναι η αρετή της ταπεινοφροσύνης, όπως λέει στο β:3 «μή πράττοντες μηδέν εξ αντιζηλίας ή κενοδοξίας, αλλ' εν ΤΑΠΕΙΝΟΦΡΟΣΥΝΗ, θεωρούντες αλλήλους υπερέχοντας εαυτών».

Σαν πρότυπο ταπεινοφροσύνης μας φέρνει τον ίδιο τον Κύριο Ιησού Χριστό.

Το φρόνημα της ταπεινοφροσύνης ήταν «εν Χριστώ Ιησού». Αυτό είναι το πρώτο στοιχείο που ερμηνεύει και τα υπόλοιπα στην περικοπή αυτή.

Το «εν Χριστώ Ιησού» σημαίνει ότι ο απ. Παύλος μιλάει για τον Κεχρισμένο, το Μεσσία, Αυτόν που ονομάστηκε Ιησούς αφού γεννήθηκε και μετά.

Κάθε αναφορά της λέξης «Χριστός» σχετίζεται με τη ζωή του Χριστού στη γη και όχι πριν:

 Λουκ.β:11 διότι σήμερον εγεννήθη εις εσάς εν πόλει Δαβίδ σωτήρ, όστις είναι Χριστός Κύριος.

Ακόμα, το φρόνημα της ταπεινοφροσύνης δεν σχετίζεται με το βρέφος «Χριστό», αλλά με τον «άνδρα» Χριστό, αναφέρεται στην ανδρική ηλικία Του.

Άρα, απ’ την αρχή, ο λόγος του Θεού δεν μας μιλάει για «προϋπάρχοντα Υιό», ή «θεό Υιό», αλλά για τον άνθρωπο Χριστό Ιησού, στον Οποίο και αρμόζει η ταπεινοφροσύνη.

Το ότι αυτή η αρετή είναι το θέμα του απ. Παύλου και γι' αυτό μας στρέφει στον άνθρωπο Χριστό, φαίνεται καθαρά από την επανάληψή της στο εδ.8: «εταπείνωσεν εαυτόν γενόμενος υπήκοος μέχρι θανάτου...».

Η δεύτερη παρατήρηση είναι ότι η ταπεινοφροσύνη, όπου αναφέρεται μέσα στο λόγο του Θεού, ποτέ δεν έχει να κάνει με το Θεό, αλλά πάντα με τον άνθρωπο!

Ο Θεός δεν χρειάζεται να έχει ταπεινοφροσύνη, ούτε να ταπεινωθεί μπροστά σε κάποιον. Εκείνος είναι μπροστά στον Οποίο όλοι πρέπει να ταπεινωθούν και να προσκυνήσουν, διότι Αυτός είναι ο Βασιλιάς και Δημιουργός του Σύμπαντος.

Η ταπεινοφροσύνη είναι απαραίτητη αρετή για τον άνθρωπο στις σχέσεις του με το Θεό και τους συνανθρώπους του.

Όταν λοιπόν μιλάει ο απ. Παύλος για το πνεύμα της ταπεινοφροσύνης, δεν το συνδέει με το Χριστό σαν προϋπάρχοντα  «θεό Υιό», αλλά με τον άνθρωπο Χριστό Ιησού.

Τα παρακάτω εδάφια, δεν αναφέρονται στη προΰπαρξη του Χριστού σαν «θεού Υιού», αλλά στη ζωή Του εδώ στη γη μετά τη γέννησή Του.

Σαν ο Θεός, ο Χριστός δεχόταν προσκύνηση και λατρεία από τους ανθρώπους.

Ζητούσε υπακοή και την υποταγή των άλλων σ' Αυτόν και στους λόγους Του.

Μιλούσε σαν ο «μέγας Εγώ Ειμί», ενώ σαν άνθρωπος έπρεπε να ταπεινωθεί μέχρι θανάτου για να μας σώσει.

Ης.ξς:1 «Ούτω λέγει Κύριος, ο ουρανός είναι ο θρόνος μου και η γη υποπόδιον των ποδών μου...».

Ψαλμ.ριγ:4-6  «Ο Κύριος είναι ΥΨΗΛΟΣ επί πάντα τα έθνη επί τους ουρανούς είναι η δόξα αυτού. Τις ως Κύριος ο θεός ημών Ο KAT0IKΩN ΕΝ ΥΨΗΛΟΙΣ ο συγκαταβαίνων διά να επιβλέπη τα εν τω ουρανώ και τα εν τη γη».

Ο Θεός μας λοιπόν είναι υψηλός και κατοικεί εν υψηλοίς, και συγκατανεύει να κατοικήσει στην καρδιά του ταπεινού και του συντετριμμένου το πνεύμα.

Δε ταπεινώνεται ο Θεός για να κατοικήσει, αλλά μακροθυμεί από επιείκεια και υποχωρεί, γιατί αγαπάει τον άνθρωπο.

Ο άνθρωπος είναι που πρέπει να ταπεινωθεί και να υπακούσει το θέλημα του Θεού ώστε Εκείνος να έρθει και να κατοικήσει. Ο Θεός ταπεινώνει τον άνθρωπο για να κατοικήσει μέσα του, Εκείνος παραμένει Υψηλός.

Ης.ς:1 «..είδον τον Κύριον καθήμενον επί θρόνου υψηλού και επηρμένου...».

Η ταπεινοφροσύνη, όπως η πίστη και η ελπίδα, δεν είναι αρετές που αρμόζουν στο Θεό, αλλά στον άνθρωπο.

Τι να την κάνει ο Θεός την πίστη και την ελπίδα για τον Εαυτό του;

Όμως για τον άνθρωπο είναι απαραίτητες αρετές για να μπορέσει να ευαρεστήσει τον Κύριο.

Όταν  λοιπόν ο Παύλος μας λέει για το φρόνημα που «ΗΤΑΝ» μέσα στο Χριστό, δεν εννοεί το «θεό Υιό» πριν έρθει στη γη, γιατί σαν θεός τέλειος που υποτίθεται ότι έπρεπε να ήταν, υψηλός και επηρμένος, δεν είχε καμιά σχέση με την ταπεινοφροσύνη.

Αν υποθέσουμε ότι πράγματι έγινε έτσι και ο «θεός Υιός» ταπεινώθηκε σε ένα άλλο πρόσωπο της θεότητας, τότε σημαίνει ότι έχουμε έναν θεό μικρό και ένα θεό μεγάλο!!

Γιατί να μη βλέπουμε έστω και μια φορά το θεό Πατέρα να ταπεινώνεται, ή να παίρνει εντολές από τον Υιό, αλλά πάντα ο Υιός ταπεινώνεται για να κάνει το θέλημα του Πατέρα; Πάντα ο Πατέρας να δίνει εντολές στον Υιό και ο Υιός υποτάσσεται στον Πατέρα.

Αυτό δεν δείχνει ότι ως προς την εξουσία, ο ένας είναι κατώτερος από τον άλλο;

Αν λοιπόν αντί να δούμε ότι ο λόγος του Θεού μαρτυρεί για Πατέρα Θεό και για άνθρωπο Χριστό Ιησού, συνεχίζουμε και βλέπουμε δύο «θεούς», ή δύο πρόσωπα ίσα προαιώνια και προϋπάρχοντα μέσα στη θεότητα, τότε στην ουσία ομολογούμε δύο «θεούς» τον ένα κατώτερο από τον άλλο.

Ο Χριστός ποτέ δεν υπήρξε παράδειγμα για μας σαν Θεός, αλλά σαν άνθρωπος.

Ο Θεός δεν έβαλε σαν παράδειγμα προς μίμηση τον Εαυτό Του, αλλά Αυτόν που γέννησε και μέσα στον Οποίο κατοίκησε, τον άνθρωπο Χριστό Ιησού.

«ὃς ἐν μορφῇ θεοῦ ὑπάρχων οὐχ ἁρπαγμὸν ἡγήσατο τὸ εἶναι ἴσα θεῷ» (β:6).

Το τρίτο κατά σειρά στοιχείο που ερμηνεύει το εδάφιο αυτό είναι η φράση «εν μορφή θεού υπάρχων».

Θα εξετάσουμε λίγο τη λέξη «μορφή» για να καταλάβουμε την έννοιά της που είναι καθοριστική και απαντά τέλεια στο ερώτημα που τίθεται, εάν δηλ. ο απ. Παύλος αναφέρεται στην προϋπάρχουσα κατάσταση του Υιού ή στην επίγεια ζωή Του.

Το λεξικό του «Liddel and Scott» τόμος III σελ. 188 σχετικά με τη λέξη «μορφή» λέει: μορφή, ή σχήμα Λατ. forma          … 2) συχνάκις ως το Λατ. forma, species, ωραία μορφή... 3) καθόλου, είδος, σχήμα εξωτερικόν...4) μορφή, είδος… // σχήμα, σχηματισμός σώματος.

Το λεξικό του «Δημητράκου» σελ. 845 σχετικά με τη λέξη «μορφή» λέει:

«μορφή, η Αρχ. Νέα, δωρ. μορφά Α, σχήμα και ειδ. το ωραίον σχήμα, το παράστημα, το σωματικόν κάλλος Α. 2) Nεοελλ. το πρόσωπον του ανθρώπου 3) γεν. είδος, σχήμα εξωτερικόν, εξωτερική μορφή….»

Και οι δύο μαρτυρίες είναι απόλυτα ίδιες. Η λέξη «μορφή» στα αρχαία Ελληνικά, είναι φανερό όχι έχει την έννοια του εξωτερικού σχήματος και όχι του «προσώπου».

Ο Δημητράκος στο λεξικό του, είδαμε να λέει ότι η λέξη μορφή σημαίνει «πρόσωπο» μόνο στη Νεοελληνική γλώσσα και όχι στην αρχαία.

Ένας απλός τρόπος που θα μας βοηθήσει να καταλάβουμε σωστά την έννοια της «μορφής», είναι να δούμε τη λέξη «μεταμόρφωση», που απλά σημαίνει «το να αλλάξει η μορφή κάποιου, δηλ. το σχήμα του».

Γνωρίζουμε ότι οι άγιοι θα μεταμορφωθούν όπως λέει στην Α' Κορ.ιε:50-55. Αυτό δεν σημαίνει ότι θα αλλάξουν πρόσωπο, προσωπικότητα, αλλά εξωτερικό σχήμα.

Ο λόγος του Θεού μας δίνει ένα ωραίο παράδειγμα στην Καινή Διαθήκη, που διαβεβαιώνει ότι η λέξη μορφή, αναφέρεται στο εξωτερικό σχήμα και όχι στο «πρόσωπο, ή προσωπικότητα, ή υπόσταση».

«Μετὰ δὲ ταῦτα δυσὶν ἐξ αὐτῶν περιπατοῦσιν ἐφανερώθη ἐν ἑτέρᾳ μορφῇ πορευομένοις εἰς ἀγρόν» (Mάρκ.ις:12)

Είναι φανερό ότι η λέξη «μορφή» αναφέρεται στην εξωτερική εμφάνιση και όχι στην προσωπικότητα. Όταν λέμε εξωτερική εμφάνιση εννοούμε το σύνολο του ανθρώπου, φυσικά και το πρόσωπό του.

Ο Θεός που είναι πνεύμα, πήρε σχήμα, εικόνα, εξωτερική εμφάνιση μόνο στο πρόσωπο του ανθρώπου Ιησού Χριστού, προκειμένου να γνωριστεί στους ανθρώπους (Α΄Τιμ.γ:16).

Ο ίδιος ο Ιησούς είπε: «Ο πιστεύων εις εμέ δεν πιστεύει εις εμέ, αλλ' εις τον πέμψαντά με, και ο θεωρών εμέ θεωρεί τον πέμψαντά με» (Ιωάν.ιβ:44-45).

(ο Χριστός) «ός εστίν η εικών του θεού του αοράτου» Κολ.α:15

«των οποίων απίστων όντων ο Θεός του κόσμου τούτου ετύφλωσε τον νούν, διά να μη επιλάμψη εις αυτούς ο φωτισμός του ευαγγελίου της δόξης του Χριστού, όστις είναι εικών του Θεού» Β΄Κορ.δ:4

Πότε ο άπειρος Θεός, που είναι Πνεύμα, πήρε ΜΟΡΦΗ, ΣΧΗΜΑ, ΕΙΚΟΝΑ, κάποια ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΕΜΦΑΝΙΣΗ;

Πριν ακόμη υπάρξει ο κόσμος, όπως χρονικά θέτει την πράξη αυτή η θεωρία της τριάδας, ο Θεός δεν είχε μορφή ή σχήμα, γιατί σαν άπειρος που είναι στερείται σχήματος ή μορφής.

Αν δώσουμε στον άπειρο Θεό ένα σχήμα, παύει να είναι άπειρος, διότι τον κλείσαμε μέσα σ’ ένα σχήμα, που σημαίνει ότι περιορίζεται μέσα σ' αυτό και δεν είναι έξω απ’ αυτό.

Όμως ο Θεός μας λέει ότι «οι ουρανοί των ουρανών δεν δύνανται να με χωρέσωσι».

Η απάντηση έρχεται καθαρή πάλι από τον απ. Παύλο: «καὶ ὁμολογουμένως μέγα ἐστὶν τὸ τῆς εὐσεβείας μυστήριον· ὃς ἐφανερώθη ἐν σαρκί» (Α’ Τιμ.γ:16).

Αυτός που φανερώθηκε εν σαρκί είναι ο αόρατος Θεός, ο Οποίος πήρε ανθρώπινη μορφή στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού.

Ἰησοῦς δὲ ἔκραξεν καὶ εἶπεν· ὁ πιστεύων εἰς ἐμὲ οὐ πιστεύει εἰς ἐμὲ ἀλλὰ εἰς τὸν πέμψαντα με, καὶ ὁ θεωρῶν ἐμὲ θεωρεῖ τὸν πέμψαντα με (Ιωάν.ιβ:44-45).

Πόσο όμορφα και καθαρά μας τα λέει ο λόγος του Θεού! Εδώ στη γη ο Χριστός ΥΠΗΡΧΕ ΕΝ ΜΟΡΦΗ ΘΕΟΥ και όχι προαιώνια.

Η εικόνα αυτή, ή η μορφή όπως λέει το κείμενο, είναι απαραίτητη για τον άνθρωπο. Ο άνθρωπος αδυνατεί να δει το Θεό και γι' αυτό ο Θεός παίρνει κάποιο σχήμα, μορφή ή εικόνα, για να φανερωθεί σ' αυτόν.

Παράδειγμα έχουμε τις φανερώσεις του Θεού στην Παλαιά Διαθήκη. Πάντοτε ο Θεός έπαιρνε κάποιο σχήμα, κάποια μορφή για να φανερωθεί στους εκλεκτούς Του.

Τον βλέπουμε να έρχεται σαν άνθρωπος στον Αβραάμ στις δρυς Μαμβρή, Τον βλέπουμε σαν φωτιά, καπνό και ομίχλη στο όρος Σινά, σαν στήλη πυρός τη νύχτα ή σαν νεφέλη τη μέρα σαράντα χρόνια μέσα στην έρημο, σαν φωτιά στην καιόμενη βάτο κ.τ.λ.

Πριν όμως δημιουργηθεί ο άνθρωπος, δεν υπήρχε ανάγκη για σχήμα ή εικόνα, ή κάποια φανέρωση, γιατί ο Θεός ήταν μόνος με τους αγγέλους Του που Τον βλέπουν κάθε μέρα χωρίς να χρειάζεται να πάρει κάποια μορφή, κάποια εξωτερική εμφάνιση.

Όταν λέει ότι ο Χριστός Ιησούς, ο Μεσσίας, ο κεχρισμένος, ήταν εν «μορφή Θεού», αναφέρεται στην εν σαρκί ζωή Του, τον καιρό που υπηρετούσε το θέλημα του Πατέρα.

Πριν γεννηθεί ο Χριστός, ήταν «ο Λόγος, ή η Σοφία» του Πατέρα. Δεν είχε κάποια ιδιαίτερη μορφή ή σχήμα, γιατί απλούστατα ήταν μέσα στον Πατέρα.

«Καὶ ὁ λόγος σὰρξ ἐγένετο καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν, καὶ ἐθεασάμεθα τὴν δόξαν αὐτοῦ, δόξαν ὡς μονογενοῦς παρὰ πατρός, πλήρης χάριτος καὶ ἀληθείας» (Ιωάν.α:14).

Τότε ο Λόγος του Πατέρα φανερώθηκε και έγινε σάρκα, πήρε σχήμα και μορφή. Τότε ο Χριστός άρχισε να υπάρχει «εν μορφή Θεού».

Πλήθος από μαρτυρίες συμφωνούν με όσα μέχρι τώρα είπαμε και παραθέτουμε ορισμένες μόνο απ’ αυτές:

«ὅς ἐστιν εἰκὼν τοῦ θεοῦ τοῦ ἀοράτου, πρωτότοκος πάσης κτίσεως» (Κολ.α:15).

Μας λέει ότι ο Χριστός είναι τώρα η εικόνα του αόρατου Θεού, που σημαίνει ότι ο αόρατος έγινε ορατός σ’ εμάς, γιατί απόκτησε σχήμα, μορφή.

Ο Παύλος δεν αναφέρεται στην προαιώνια ύπαρξη του Χριστού σαν «θεού Υιού», αλλά στον άνθρωπο Χριστό Ιησού, μετά τη γέννησή Του.

«ἐν οἷς ὁ θεὸς τοῦ αἰῶνος τούτου ἐτύφλωσεν τὰ νοήματα τῶν ἀπίστων εἰς τὸ μὴ αὐγάσαι τὸν φωτισμὸν τοῦ εὐαγγελίου τῆς δόξης τοῦ Χριστοῦ ὅς ἐστιν εἰκὼν τοῦ θεοῦ» (Β’ Κορ.δ:4).

«λέγει αὐτῷ [ὁ] Ἰησοῦς· τοσοῦτον χρόνον μεθ' ὑμῶν εἰμι καὶ οὐκ ἔγνωκας με, Φίλιππε; ὁ ἑωρακὼς ἐμὲ ἑώρακεν τὸν πατέρα· πῶς σὺ λέγεις· δεῖξον ἡμῖν τὸν πατέρα;» (Ιωάν.ιδ:9).

Άρα όταν ο Κύριος μας ήταν εδώ στη γη ήταν «εν μορφή Θεού».

«ὃς ὢν ἀπαύγασμα τῆς δόξης καὶ χαρακτὴρ τῆς ὑποστάσεως αὐτοῦ» (Εβρ.α:3).

Ο Χριστός είναι ο «χαρκτήρ» της υποστάσεως του Πατέρα για μας.

«Χαρακτήρ» σημαίνει «ΑΠΟΤΥΠΩΜΑ», «ΤΟ ΧΑΡΑΧΘΕΝ» δηλ. το αποτύπωμα της σφραγίδας.

Εμείς δεν βλέπουμε τη σφραγίδα, αλλά το αποτύπωμά της. Στην προκειμένη περίπτωση η σφραγίδα είναι ο αόρατος Θεός, και ο τύπος της μορφής της, αυτό που κάνει ορατή τη σφραγίδα σ’ εμάς, το χάραγμά της, είναι ο Χριστός.

Όσα είπαμε μέχρι εδώ, συμφωνούν με το γεγονός που προαναφέραμε, ότι η ταπεινοφροσύνη σαν αρετή δεν αρμόζει στο Θεό, αλλά στον άνθρωπο Χριστό Ιησού, όπως ακριβώς και η «μορφή».

Μια άλλη λέξη που χρησιμοποιεί και ερμηνεύει λανθασμένα η θεωρία της τριάδας στα εδάφια αυτά είναι η λέξη «ΥΠΑΡΧΩΝ».

Λένε λοιπόν ότι η μετοχή αυτή φανερώνει πράξη που έλαβε χώρα στο παρελθόν, άρα αναφέρεται στους προαιώνιους χρόνους, πριν ακόμη υπάρξει ο κόσμος, ή δείχνει τέλος πάντων την προΰπαρξη του Χριστού στον ουρανό σαν πρόσωπο της θεότητας.

Το «υπάρχων» δηλώνει πράγματι παρελθόντα χρόνο, αλλά για ποιο παρελθόν μιλάει, κρίνεται από τα συμφραζόμενα, τα οποία μέχρι τώρα μας δείχνουν ότι πρόκειται για τη ζωή του Χριστού στη γη.

Τη στιγμή που ο απόστολος Παύλος γράφει αυτή την επιστολή, το γεγονός που περιγράφει σ’ αυτά τα εδάφια ήδη έχει γίνει όταν ο Χριστός ζούσε στη γη. Δεν σημαίνει ότι υπήρχε εν μορφή Θεού προαιώνια!

Κατά συνέπεια, το «υπάρχων» δεν αφαιρεί τίποτε από όσα μέχρι τώρα είδαμε. Για τον Παύλο, όλα αυτά περί της ζωής του Χριστού, ήταν στον παρελθόντα χρόνο, ήδη είχαν λάβει χώρα και σωστά έβαλε το Πνεύμα του Θεού τη λέξη «υπάρχων».

Δεν το έκανε για να φανερώσει την προΰπαρξη ενός άλλου «θεού» ή προσώπου μέσα στη θεότητα, αλλά για να μας μεταδώσει ζωτικές πληροφορίες σχετικά με τη ζωή και τις αρετές του ανθρώπου Χριστού Ιησού.

οὐχ ἁρπαγμὸν ἡγήσατο τὸ εἶναι ἴσα θεῷ

Πότε ο Χριστός ήταν «ίσα θεώ», όταν ήταν εδώ στη γη ή όπως υποθέτει η θεωρία της τριάδας όταν ήταν στον ουρανό σαν «θεός Υιός»;

Αν το «ἴσα θεῷ» αναφερόταν στην προΰπαρξη του θεού υιού στον ουρανό, τότε, αφού ο θεός υιός έχει τις ίδιες ιδιότητες και προνόμια με το θεό πατέρα και το θεό πνεύμα άγιο, γιατί να το θεωρήσει αρπαγή το να είναι ίσα με τον Θεό; Αφού αυτή ήταν δικαιωματικά η θέση του σαν θεός υιός.

Η έννοια της λέξης «αρπαγή» είναι ότι κάτι δεν σου ανήκει δικαιωματικά, το αρπάζεις βίαια για να το κάνεις δικό σου.

Όπως ο Σατανάς θεώρησε αρπαγή το να είναι το ανώτερο αγγελικό δημιούργημα του Θεού και χρησιμοποίησε αυτή τη θέση που από καλή διάθεση του έδωσε ο Πατέρας, με ιδιοτέλεια, για να εξυπηρετήσει προσωπικά του συμφέροντα και όχι του Θεού.

Υπήρχε αυτή η δυνατότητα στον υποτιθέμενο «θεό Υιό»; Εάν ναι, τότε ο τριαδικός θεός κινδυνεύει να αυτοδιαλυθεί αφού το ένα πρόσωπο μπορεί να τα βάλει με τα άλλα δύο.

Εάν όχι, τότε αυτό που λέει ο Παύλος, δεν αναφέρεται σε καμιά τριάδα, σε καμιά προΰπαρξη ενός ανύπαρκτου «θεού Υιού», αλλά στη ζωή του Χρίστου κάτω εδώ στη γη!!

«διὰ τοῦτο οὖν μᾶλλον ἐζήτουν αὐτὸν οἱ Ἰουδαῖοι ἀποκτεῖναι, ὅτι οὐ μόνον ἔλυεν τὸ σάββατον, ἀλλὰ καὶ πατέρα ἴδιον ἔλεγεν τὸν θεὸν ἴσον ἑαυτὸν ποιῶν τῷ θεῷ» (Ιωάν.ε:18).

Το παραπάνω εδάφιο καθαρά μας διδάσκει ότι όταν ο Ιησούς ήταν εδώ στη γη ήταν «ίσα με τον Θεόν».

Και δεν θεώρησε αρπαγμό το ότι όλο το πλήρωμα κατοικούσε μέσα Του, το ότι ήταν ταυτισμένος με το πρόσωπο του Πατέρα, το ότι ήταν δοσμένα τα πάντα στα χέρια Του, το ότι είχε στη διάθεση Του ό,τι ήταν του Πατέρα, αλλά ταπεινώθηκε και έλαβε δούλου μορφή.

Παρά το μεγαλείο που είχε μέσα Του, εξωτερικά είχε το σχήμα του δούλου, ενός απλού καθημερινού ανθρώπου.

Δεν θεώρησε αρπαγμό «το είναι ίσα Θεώ», ακόμη και όταν ο ίδιος ο Σατανάς τον προκάλεσε να χρησιμοποιήσει τις δυνάμεις Του για ιδιοτελείς σκοπούς, δηλ. να κάνει τους λίθους άρτους.

Όταν ήρθαν να τον πιάσουν οι στρατιώτες με τον Ιούδα, ενώ μπορούσε να καλέσει περισσότερες από δώδεκα λεγεώνες αγγέλων, δεν έκανε τίποτε.

Πράγματι δεν θεώρησε αρπαγμό το να είναι «ίσα θεώ», ούτε μπροστά στους αρχιερείς, στον Πιλάτο, στη σπείρα που τον βασάνισε και σ' αυτούς τους σταυρωτές Του, αλλά με υπομονή και καρτερία πάντα χρησιμοποιούσε τις θεϊκές Του δυνάμεις μόνο σύμφωνα με το θέλημα του Πατέρα.

Εδώ είναι το μεγαλείο της ταπεινοφροσύνης που ο απ. Παύλος θέλει να μας διδάξει από τη ζωή του Χριστού.

Εκείνος δεν έκανε τίποτε από αντιζηλία ή κενοδοξία, παρόλο που Τον πίεζε ο Σατανάς και ήταν το μόνο εύκολο γι' Αυτόν, αφού είχε όλη τη δύναμη και την εξουσία του Πατέρα Θεού.

Δεν απέβλεπε στα του εαυτού Του, αλλά στο συμφέρον των άλλων, που ήταν η σωτηρία όλου του ανθρώπινου γένους!!!!

Επειδή ακριβώς υπήρχε ο κίνδυνος για το Χριστό να αρπάξει την εξουσία που ο Πατέρας Του είχε εμπιστευτεί, γι' αυτό τον πείραξε ο Σατανάς ώστε να υποκύψει, να αμαρτήσει και να χάσει τη θέση Του μπροστά στον Πατέρα Του.

Όμως ο Χριστός μας δεν ενέδωσε. Δεν ήταν κενόδοξος όπως μπορεί να είμαστε εμείς οι άνθρωποι, δεν έκανε κάτι από αντιζηλία ή κινούμενος από χαμηλά ένστικτα.

Στο Φιλιπ.β:3 διαβάσαμε: «μη πράττοντες μηδέν εξ αντιζηλίας ή κενοδοξίας αλλ' εν ταπεινοφροσύνη...» και ο Παύλος μας φέρνει παράδειγμα τη ζωή του Χριστού για να Τον μιμηθούμε.

Αυτό που θέλει να προλάβει να μη συμβεί μέσα στις καρδιές των ανθρώπων, είναι η αντιζηλία και η κενοδοξία, των οποίων το «αντίδοτο», είναι η ταπεινοφροσύνη.

Είναι λοιπόν σωστό, να φέρνει ο Παύλος παράδειγμα προς μίμηση το τι έκανε ο Χριστός σαν «προϋπάρχων θεός Υιός», ή σαν άνθρωπος κάτω από τις ίδιες συνθήκες και πιέσεις με τις δικές μας;

Φιλ.β:7 «ἀλλὰ ἑαυτὸν ἐκένωσεν μορφὴν δούλου λαβών, ἐν ὁμοιώματι ἀνθρώπων γενόμενος· καὶ σχήματι εὑρεθεὶς ὡς ἄνθρωπος».

Πρέπει να προσέξουμε εδώ, ότι η κένωση συμβαίνει, αφού ο Χριστός έλαβε τη μορφή δούλου και όχι πριν απ’ αυτό. Πρώτα δηλ. έλαβε μορφή δούλου, γενόμενος όμοιος με τους ανθρώπους της εποχής Του, και μετά κένωσε τον Εαυτό Του, από όλο το μεγαλείο και τη δόξα με την οποία ήταν ντυμένος όταν ήταν εδώ στη γη.

Όμως, καθώς υπηρετούσε τον Πατέρα, δεν έβλεπε κανείς το μεγαλείο που ήταν μέσα στο Χριστό, αλλά ένα απλό ταπεινό άνθρωπο. Ένα δούλο χωρίς κανένα ξεχωριστό χαρακτηριστικό, έτσι που να μη μπορούν να Τον ξεχωρίσουν από τους μαθητές Του, γι’ αυτό χρειάστηκε ο Ιούδας να Τον προδώσει με το φιλί. Ούτε αυτοί που Τον βασάνιζαν και Τον σταύρωσαν είδαν κάτι που να τους σταματήσει.

Ο Χριστός όλο αυτό το διάστημα είχε το μεγαλείο του Πατέρα μέσα Του, αλλά δεν το φανέρωνε.

Άδειασε τον Εαυτό Του από αυτό, έτσι που να μη φαίνεται όπως φάνηκε για παράδειγμα στους τρεις απόστολους στο όρος της Μεταμόρφωσης όταν συνομιλούσε με τον Ηλία και το Μωυσή.

Ματθ.ιζ:2 «καὶ μετεμορφώθη ἔμπροσθεν αὐτῶν, καὶ ἔλαμψεν τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ὡς ὁ ἥλιος, τὰ δὲ ἱμάτια αὐτοῦ ἐγένετο λευκὰ ὡς τὸ φῶς».

Έγινε πράγματι όμοιος με τους ανθρώπους χωρίς να ξεχωρίζει σε τίποτε και αυτή είναι πραγματική ταπείνωση.

Το ότι η «κένωση» συνέβη αφού ο Χριστός πήρε ανθρώπινο σχήμα, δηλαδή αφού γεννήθηκε στη γη και μετά, γίνεται φανερό και από τη γραμματική.

Έχουμε το ρήμα «εκένωσεν» και μετά τη μετοχή αορίστου δευτέρου «λαβών». Σύμφωνα με τη Αρχαία Ελληνική Γραμματική, ο χρόνος που λαμβάνει χώρα η πράξη που δηλώνει η μετοχή του αορίστου δευτέρου, προηγείται από το χρόνο που έλαβε χώρα η πράξη του ρήματος (εκένωσεν).

Πιο απλά, η σωστή μετάφραση του εδαφίου αυτού είναι: «αλλά εκένωσε τον εαυτό Του, αφού έλαβε μορφή δούλου και έγινε όμοιος με τους ανθρώπους...».

Βλέπουμε λοιπόν πόσο απλός είναι ο λόγος του Θεού στην ερμηνεία του όταν έχουμε την αλήθεια και πόσο δύσκολος και μυστηριώδης όταν είμαστε σε λάθος δρόμο.

Ο Κύριος δεν «απεκδύθηκε» τις θείες ιδιότητές Του σαν υποτιθέμενος «θεός Υιός», διότι βλέπουμε ότι τις είχε και τις χρησιμοποιούσε συνεχώς εδώ στη γη.

Βλέπουμε να έχει εξουσία στα στοιχεία της φύσης, στον άνεμο, στη θάλασσα, στα ψάρια, στους άρτους, στο σώμα του ανθρώπου, στις ασθένειες, στα δαιμόνια, ακόμη και στις ανθρώπινες εξουσίες και στρατεύματα.

Για παράδειγμα ενώ είχε εξουσία να διαλύσει τους πάντες με τους αγγέλους Του την ώρα που ήρθαν να Τον συλλάβουν στον κήπο της Γεθσημανής, δεν το έκανε, αλλά αφέθηκε στους άνομους εκούσια.

Ενώ μπορούσε να διατάξει τους λίθους να γίνουν άρτοι, δεν το έκανε.

Ενώ μπορούσε να χρησιμοποιήσει τη δύναμή Του για να υψωθεί, δεν το έκανε. Αυτή είναι η «κένωση» του Υιού.

Αντίθετα, όταν θέλησε να φανερωθεί στους τρεις μαθητές Του σαν «η εικών του Θεού» με όλη τη δόξα και τη μεγαλοπρέπεια που Του είχε δώσει ο Πατέρας ενώ ήταν κάτω στη γη, μεταμορφώθηκε μπροστά στα μάτια τους και λέει ότι:

«μετεμορφώθη έμπροσθεν αυτών. Και τα ιμάτια αυτού έγιναν στιλπνά, λευκά λίαν ως χιών οποία λευκαντής επί της γης δεν δύναται να λευκάνει» (Μάρκ.θ:2-3).

Αργότερα ο απ. Πέτρος μαρτυρεί:

«Οὐ γὰρ σεσοφισμένοις μύθοις ἐξακολουθήσαντες ἐγνωρίσαμεν ὑμῖν τὴν τοῦ κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ δύναμιν καὶ παρουσίαν ἀλλ' ἐπόπται γενηθέντες τῆς ἐκείνου μεγαλειότητος. λαβὼν γὰρ παρὰ θεοῦ πατρὸς τιμὴν καὶ δόξαν φωνῆς ἐνεχθείσης αὐτῷ τοιᾶσδε ὑπὸ τῆς μεγαλοπρεποῦς δόξης. Ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός μου οὗτος ἐστιν εἰς ὃν ἐγὼ εὐδόκησα» (Β' Πέτρ.α:16-17).

Αν υποθέσουμε ότι ο Χριστός «κενώθηκε» από την μεγαλοπρέπειά Του, τότε πώς και γιατί την φανέρωσε στους μαθητές Του αφού υποτίθεται ότι την «απεκδύθηκε»;

Ο Κύριος δεν άφησε την μεγαλειότητα Του πουθενά. Πάντοτε την είχε, διότι ήταν «ο Χριστός το κατά σάρκα, ο ΩΝ ΕΠΙ ΠΑΝΤΩΝ ΘΕΟΣ ΕΥΛΟΓΗΤΟΣ».

Ήταν ο Πατέρας που φανερώθηκε στον κόσμο στο πρόσωπο Του.

Όμως εδώ είναι το μεγαλείο και η ταπείνωση του Κυρίου μας, ενώ μπορούσε ανά πάσα στιγμή να εκμεταλλευτεί τη θέση Του τη μεγαλειότητά Του και την εξουσία Του και να «υψώσει» τον Εαυτό Του, δεν το έκανε και διάλεξε να είναι ταπεινός, να λάβει «μορφή δούλου», ως προς τη συμπεριφορά Του.

Το ότι ο Χριστός δεν «απεκδύθηκε» τις Θείες ιδιότητές Του φαίνεται και από ένα άλλο σημείο της Γραφής που λέει:

«Αυτός δε ο Ιησούς δεν ενεπιστεύετο εις αυτούς, διότι εγνώριζε πάντας, και διότι δεν είχε χρείαν διά να μαρτυρήση τις περί του ανθρώπου· επειδή αυτός εγνώριζε τι ήτο εντός του ανθρώπου» (Ιωάν.β:24-25).

Πώς γνώριζε ο Ιησούς όλους τους ανθρώπους; Σαν Θεός, ή σαν άνθρωπος; Είναι ευνόητο ότι κανένας άνθρωπος δεν γνωρίζει όλους του ανθρώπους, τι σκέπτονται και τι έχουν μέσα τους. Άρα ο Κύριος μας τους γνώριζε σαν ο Θεός. Άρα, να μια από τις ιδιότητες Του που δεν «απεκδύθηκε» πριν έρθει στη γη, αλλά την είχε μαζί Του.

Την ιδιότητα του δημιουργού, την βλέπουμε στον πολλαπλασιασμό των άρτων και των ιχθύων.

Την ιδιότητα του Παντοκράτορα τη βλέπουμε όταν διέταξε τα κύματα και τους άνεμους να ησυχάσουν, όταν ανάστησε τους νεκρούς και βάδισε πάνω στη θάλασσα.

Την ιδιότητά Του σαν Θεός που συγχωρεί αμαρτίες, τη βλέπουμε στο παράδειγμα του παραλυτικού όταν του είπε «συγκεχωρημέναι είναι αι αμαρτίαι σου» και οι Ιουδαίοι σκανδαλίζονταν, διότι γνώριζαν ότι μόνο ο Θεός συγχωρεί αμαρτίες.

Σαν Θεός που είχε εξουσία στους αγγέλους Του, μπορούσε να ζητήσει να παρασταθούν δώδεκα λεγεώνες.

Σαν ο «ΜΕΓΑΣ ΕΓΩ ΕΙΜΙ» φανερώνεται όταν ρώτησε τους στρατιώτες που ήρθαν να Τον πιάσουν:

«Τίνα ζητείτε; Απεκρίθησαν προς αυτόν· Ιησούν τον Ναζωραίον. Λέγει προς αυτούς ο Ιησούς· Εγώ είμαι. Ίστατο δε μετ' αυτών και Ιούδας ο παραδίδων αυτόν. Καθώς λοιπόν είπε προς αυτούς ότι εγώ είμαι, απεσύρθησαν εις τα οπίσω και έπεσον χαμαί» (Ιωάν.ιη:4-6).

Αν ο Χριστός μας απόκτησε τη θεότητά Του σαν 'θεός Υιός' αφού κάθισε στα δεξιά της μεγαλοσύνης εν υψηλοίς, γεγονός που έλαβε χώρα μετά την ανάληψη Του, τότε ποια θεότητα αναγνώρισε ο Θωμάς στο πρόσωπο του Κυρίου μας μία εβδομάδα μετά την ανάσταση, όταν είπε 'ο Κύριος μου και ο Θεός μου';