Ιούδ.α:3 Αγαπητοί, επειδή καταβάλλω πάσαν σπουδήν να σας γράψω περί της κοινής σωτηρίας, έλαβον ανάγκην να σας γράψω, προτρέπων εις το να αγωνίζησθε δια την πίστιν, ήτις άπαξ παρεδόθη εις τους αγίους.

Κυριακή 10 Δεκεμβρίου 2023

Ο Ιησούς δεν έκανε τον ανακριτή


Εμείς οι άνθρωποι όταν πρόκειται να κάνουμε σε κάποιον, όχι πολύ γνωστό, μια χάρη - ας πούμε να τον πάρουμε σε μια δουλειά - αρχίζουμε την ανάκριση: «Από πού είσαι, πόσων χρόνων είσαι, είσαι παντρεμένος, τι έκανες στη ζωή σου;» και άλλα, ανάλογα με τις περιστάσεις.

Είμαστε, έξυπνοι και φρόνιμοι εμείς, προκειμένου να υπερασπίσουμε τα συμφέροντά μας.

Ο Χριστός «όστις διήλθεν ευεργετών και θεραπεύων πάντας τους καταδυναστευομένους» απλόχερα, δεν έκανε ποτέ ανακρίσεις, όταν επρόκειτο να κάνει το καλό: να θεραπεύσει άρρωστους και ανάπηρους, ν' αναστήσει το παιδί κάποιου.

Δεν προσπαθούσε να μάθει «τι σόι άνθρωπος είναι», ώστε, από την απάντηση στην ανάκρισή Του, να εξαρτηθεί αν θα του κάνει τη χάρη - το θαύμα που ζητά, ή όχι.

Κανένας Ευαγγελιστής δεν αναφέρει ούτε μια περίπτωση που ο Ιησούς να έχει «πιάσει από τη μούρη» -όπως λέμε κοινά εμείς- κάποιον άρρωστο ή ανάπηρο που Του ζητούσε τη θεραπεία. «Για στάσου, για στάσου! Θέλω να μάθω πρώτα αν είσαι ευσεβής Εβραίος……

Ούτε «παζάρευε» με τους πονεμένους ανθρώπους, ούτε τους έβαζε όρους και ούτε τους έκανε ευλαβίστικες παραινέσεις. «Ναι, θα σε κάνω καλά, αλλά εσύ, πρόσεχε να είσαι καλός Εβραίος!»

Όχι τέτοια κακομοιριά, όχι τέτοια υποκριτική και κίβδηλη συμπεριφορά. Όχι. Ο Ιησούς ήταν συγκλονιστικός, εξαίσιος! Δεν ήταν καθόλου όμοιος μ' εμάς τους στενόκαρδους όχι μόνο όσον αφορά την αμαρτία, -δεν είχε αμαρτία-, αλλά και στο να κάνει το καλό. Εκείνο που έβλεπε, εκτιμούσε και ζητούσε ο Χριστός, ήταν η πίστη. «Πιστεύεις;..» «Πίστευε και μη φοβάσαι.» «Πήγαινε και μην αμαρτήσεις πια».

Στην κακόμοιρη τη μοιχαλίδα, μεγάλη αμαρτωλή, που κάτι γέροι είχαν σκύψει, σαν κοράκια, απάνω της για να την κατασπαράξουν, ο Ιησούς όταν την έσωσε από τα νύχια τους, της είπε: «Πήγαινε, κοπέλα μου, και μην αμαρτήσεις πια». Έτσι απλά-απλά. Χωρίς μαλώματα, χωρίς άνοστες νουθεσίες και παραινέσεις, που είναι το «φόρτε» πολλών ιερωμένων και «ευσεβών» χριστιανών. Και κυρίως χωρίς καμία ανάκριση – «ποια είσαι, από πού είσαι, γιατί το έκανες αυτό;...», πριν την σώσει.

Ο Ιησούς δεν έκανε ανάκριση ούτε στον αξιωματούχο του βασιλιά, ούτε στον εκατόνταρχο, που Του ζητούσαν, ο πρώτος να σώσει το ετοιμοθάνατο παιδί του και ο δεύτερος τον ετοιμοθάνατο δούλο του. Ο Ιησούς είδε την πίστη τους και τον πόνο τους και δεν ερεύνησε για «το ποιόν» τους. Απάντησε στο αίτημά τους λέγοντας ένα ιδιαίτερο λόγο στον καθένα.

Αν είχε «δικαίωμα» ο Ιησούς να κάνει ερωτήσεις και «ανακρίσεις», έχουμε την περίπτωση του Ιάειρου που ήταν ένας από τους «άρχοντες» της συναγωγής. Ο Ιησούς πιστός Εβραίος που σύχναζε στη συναγωγή, μπορούσε να ρωτήσει τον Ιάειρο που Τον παρακαλούσε να πάει σπίτι του να «σώσει» το άρρωστο μονάκριβο κοριτσάκι του, «πώς κάνει τη δουλειά του» στη συναγωγή.

«Μη φοβάσαι. Μονάχα πίστευε» του είπε όταν του ανάγγειλαν ότι είχε πια πεθάνει το παιδί του. Ο Ιησούς «μπήκε στο σπίτι» του Ιάειρου χωρίς περιττές έρευνες. Και όλοι ξέρουμε τι συνέβηκε εκεί.

Με τη χήρα της Ναϊν, που συνόδευε, κλαίγοντας το μονάκριβο παιδί της στον τάφο, είναι ο Ιησούς που παίρνει την πρωτοβουλία. Πόνεσε τη χήρα αυτή, σταμάτησε την πομπή και χωρίς καμιά διαδικασία, ανάστησε το παιδί. Μόνο δύο λέξεις της είπε: «Μην κλαις». Καταπληκτικός είναι πραγματικά ο Ιησούς.

Αμέτρητους άρρωστους θεραπεύει ο Ιησούς: παραλυτικούς, τυφλούς, κουτσούς, κωφάλαλους, υδρωπικούς, λεπρούς ανθρώπους με κάθε ασθένεια. Δεν είπε ποτέ «όχι» σε κανέναν ο Ιησούς. Δεν υπέβαλε κανένα σε ανάκριση πριν τον θεραπεύσει. Ο ήλιος δε λάμπει πάνω στους καλούς και πάνω στους κακούς; Το ίδιο και η βροχή πέφτει πάνω σε όλους. Η λάμψη της καλοσύνης του Ιησού αγκαλιάζει όλους.

Ούτε «μάλωσε» ποτέ κανένα, ούτε έκανε αυστηρές συστάσεις για μια πιο σωστή, ευσεβή ζωή. Αυτά τα έλεγε στα κηρύγματά του, στη διδασκαλία του. Ένα ζητούσε: πίστη και εμπιστοσύνη και έκανε συστάσεις να μη διαλαλούν τα θαύματά Του.

Και στις δυο περιπτώσεις που ο Ιησούς πολλαπλασίασε τα ψωμιά για να φάει το μεγάλο πλήθος, ήταν συγκλονιστικός.

Όλοι αυτοί οι άνθρωποι που Τον ακολουθούσαν για να ακούσουν τα λόγια του, ήταν όπως όλοι οι άλλοι άνθρωποι. Σαν κι εμάς. Με ελαττώματα, με αδυναμίες, με παραπτώματα, με αμαρτίες - η αμαρτωλότητα ρέει στο αίμα κάθε ανθρώπου - με συμφεροντολογισμούς, με εγωισμούς... Δεν ήταν κακοί αλλά ούτε όλοι άγιοι. Δεν ήταν όλοι δίκαιοι, σωστοί, άμεμπτοι -ποιος άνθρωπος είναι άμεμπτος;- και ούτε όλοι τηρούσαν πιστά το Νόμο του Μωυσή, τις εντολές του Κυρίου. Ήταν άνθρωποι με καλή διάθεση αλλά και με ερείπια που αφήνει η αμαρτία.

Για τον Ιησού όλο αυτό το πλήθος ήταν απλά «σαν πρόβατα χωρίς βοσκό», εγκαταλειμμένοι και περιφρονημένοι από τους Γραμματείς και τους Φαρισαίους γιατί αυτοί ήταν «όχλος», χωρίς μόρφωση και κατά το γράμμα του νόμου «ακάθαρτοι». Ο Ιησούς τους πόνεσε και έδωσε να φάνε σε όλους χωρίς διάκριση ανάμεσα σε «δίκαιους» και «μη δίκαιους», διότι, απλά ήταν άνθρωποι που πεινούσαν.

Αυτό ακριβώς ήταν -είναι- το κριτήριο του Ιησού: ο άνθρωπος. Ο Ιησούς αγαπούσε -αγαπά- τον άνθρωπο όπως είναι. Και κυρίως αγαπούσε εκείνον που πονά και υποφέρει, με οποιοδήποτε τρόπο, σωματικά και ψυχικά. Κι έσκυβε πάνω του χωρίς να «κοιτάζει» αν είναι καλός η σκάρτος.

Ο Ιησούς δεν έκρινε, δεν περιφρονούσε και δεν κατηγόρησε κανέναν εκτός από κάτι υποκριτές Γραμματείς και Φαρισαίους, που εκμεταλλεύονταν τους ανθρώπους και τους φόρτωναν με αβάστακτα φορτία. Τα 'βαλε και με κάτι εμπόρους που είχαν μετατρέψει τον οίκο του Θεού σε σπηλιά ληστών-εμπόρων.

Τον άνθρωπο, πνοή του Θεού, ο Ιησούς τον αγάπησε σε σημείο ακατανόητο για μας τους σταφιδιασμένους και στυφούς από την αμαρτία και τους εγωισμούς ανθρώπους. Τόσο που σκανδαλιζόμαστε βλέποντας τον Ιησού να πεθαίνει για μας πάνω στο σταυρό.

Μα επιτέλους, τι εκφράζουμε, τι αντιπροσωπεύουμε για τον Ιησού Χριστό, εμείς οι άνθρωποι που, οι ίδιοι μας σιχαινόμαστε και ντρεπόμαστε για τον εαυτόν μας; Τι μυστικό, που δεν το γνωρίζουμε και δεν το εκτιμούμε, κρύβουμε στην υπόστασή μας, για να μας αγαπά έτσι ο Ιησούς Χριστός;

Σίγουρα είμαστε πολύ μικροί για να καταλάβουμε την αγάπη του Ιησού Χριστού για τον άνθρωπο. Αυτή η αγάπη παραμένει ακατανόητο μυστήριο, κυρίως όταν φτάνει στο σημείο να φωνάζει, ενώ Τον σταυρώνανε: «Πατέρα, συγχώρησέ τους». Ο Ιησούς θέλει να δικαιολογήσει τους ανθρώπους που διαπράττουν το πιο φρικτό έγκλημα: να σκοτώσουν το Γιο του Θεού: «Δεν ξέρουν τι κάνουν!»

Τα λόγια αυτά του Ιησού, ο οποίος «ξέρει από τι είμαστε φτιαγμένοι», λένε όλη την αλήθεια: «Δεν ξέρουν τι κάνουν!» Κι εμείς όταν αμαρτάνουμε ξέρουμε τι κάνουμε;

«Σ' ευχαριστούμε για την αγάπη που δείχνεις σ' όλους μας Ιησού!»