Ιούδ.α:3 Αγαπητοί, επειδή καταβάλλω πάσαν σπουδήν να σας γράψω περί της κοινής σωτηρίας, έλαβον ανάγκην να σας γράψω, προτρέπων εις το να αγωνίζησθε δια την πίστιν, ήτις άπαξ παρεδόθη εις τους αγίους.

Τρίτη 7 Μαΐου 2024

Ο ΥΙΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ (1)


 

«Ότε όμως ήλθε το πλήρωμα του χρόνου, εξαπέστειλεν ο Θεός τον Υιόν αυτού, όστις εγεννήθη εκ γυναικός και υπετάγη εις τον νόμον» (Γαλ.δ:4).

Είδαμε ότι ο Ιησούς είναι ο Θεός. Τώρα θα εξετάσουμε την ανθρώπινη φύση του Ιησού και τη Βιβλική θέση σχετικά με τον Υιό του Θεού.

 

Η σημασία των λέξεων Ιησούς και Χριστός.

 

Πριν μπούμε στην καρδιά του θέματος αυτού του κεφαλαίου, ας εξηγήσουμε σύντομα τη σημασία δύο λέξεων, Ιησούς και Χριστός.

Ιησούς είναι ο Ελληνικός τύπος της Εβραϊκής λέξης Γιεσούα, που προέρχεται από το Γιάχβε-ωσήα που σημαίνει, Αυτός είναι σωτήρας. Είναι το όνομα, που ο Θεός διάλεξε για το γιο Του - το όνομα με το οποίο ο Θεός φανέρωσε τον εαυτό Του στην Καινή Διαθήκη. Είναι το όνομα που κληρονομικά πήρε ο Υιός (Εβρ.α:4).

Χριστός, είναι η αντίστοιχη Ελληνική λέξη της Εβραϊκής Μεσσία που σημαίνει, ο κεχρισμένος. Ακριβολογώντας, «Χριστός» δεν είναι όνομα, αλλά τίτλος. Ωστόσο, στις επιστολές, αλλά και στην καθημερινή χρήση σήμερα, η λέξη Χριστός χρησιμοποιείται σαν άλλο ένα όνομα του Ιησού, αφού ο Ιησούς είναι ο Χριστός. Σε πολλές περιπτώσεις, Ιησούς και Χριστός είναι απλά δύο ονόματα που χρησιμοποιούνται εναλλακτικά και αναφέρονται στο ίδιο πρόσωπο, χωρίς να αντιφάσκει η σημασία τους.

 

Η διπλή φύση του Ιησού Χριστού.

 

Από τη Βίβλο, βλέπουμε, ότι ο Ιησούς είχε καθαρά δύο φύσεις, κατά τέτοιο τρόπο, που ποτέ άλλοτε κανένας άνθρωπος δεν είχε. Η μία φύση ήταν η ανθρώπινη ή σαρκική και η άλλη η θεία ή πνευματική. Ο Ιησούς ήταν τέλειος άνθρωπος και ο Θεός. Το όνομα Ιησούς, αναφέρεται στο αιώνιο Πνεύμα του Θεού (του Πατέρα) που κατοίκησε στη σάρκα του ανθρώπου Χριστού. 

Μπορούμε να χρησιμοποιούμε το όνομα Ιησούς για ν’ αναφερθούμε είτε στη μία απ’ τις δύο φύσεις Του, είτε και στις δύο μαζί. Για παράδειγμα, όταν λέμε ότι ο Ιησούς πέθανε στο σταυρό, εννοούμε ότι η ανθρώπινη φύση, η σάρκα Του πέθανε στο σταυρό. Όταν λέμε ότι ο Ιησούς κατοικεί στην καρδιά μας, εννοούμε ότι ο Θεός, που είναι Πνεύμα, είναι εκεί.

Παρακάτω, ακολουθεί ένας συγκριτικός κατάλογος που θα δείξει τι εννοούμε όταν λέμε ότι ο Ιησούς είχε δύο φύσεις ή διπλή φύση.

 

Σαν άνθρωπος ο Ιησούς:

Αλλά σαν ο Θεός:

1. Γεννήθηκε σαν μωρό (Λουκ.β:7)

Υπήρχε πάντοτε (Μιχ.ε:2  Ιωάν.α:1-2)

2. Αυξήθηκε διανοητικά, φυσικά, πνευματικά, κοινωνικά (Λουκ.β:52)

Είναι πάντοτε ο ίδιος (Εβρ.ιγ:8)

3. Πειράχτηκε απ’ το διάβολο (Λουκ.δ:2)

Εκβάλει δαιμόνια (Ματθ.ιβ:28)

4. Πείνασε (Ματθ.δ:2)

Είναι ο άρτος της ζωής (Ιωάν.ς:35) και με θαύμα έθρεψε πλήθη (Μάρκ.ς:38-44, 52)

5. Δίψασε (Ιωάν.ιθ:28)

Έδωσε ζωντανό νερό (Ιωάν.δ:14)

6. Κουράστηκε (Ιωάν.δ:6)

Αναπαύει τους κουρασμένους (Ματθ.ια:28)

7. Κοιμήθηκε στην καταιγίδα Μάρκ.δ:38

Ησύχασε την καταιγίδα (Μάρκ.δ:39-41)

8. Προσευχήθηκε (Λουκ.κβ:41)

Απάντησε προσευχές (Ιωάν.ιδ:14)

9. Μαστιγώθηκε και χτυπήθηκε  (Ιωάν.ιθ:1-3)

Θεράπευσε τους ασθενείς (Ματθ.η:16-17 Α’ Πέτρ.β:24)

10. Πέθανε (Μάρκ.ιε:37)

Ανάστησε το σώμα Του απ’ τους νεκρούς (Ιωάν.β:19-21  κ:9)

11. Έγινε θυσία περί αμαρτίας (Εβρ.ι:10-12)

Συγχώρεσε αμαρτίες (Μάρκ.β:5-7)

12. Δεν ήξερε τα πάντα (Μάρκ.ιγ:32)

Γνώριζε τα πάντα (Ιωάν.κα:17)

13. Δεν είχε δύναμη (Ιωάν.ε:30)

Είχε όλη την εξουσία (Ματθ.κη:18 Κολ.β:10)

14. Ήταν κατώτερος απ’ το Θεό (Ιωάν.ιδ:28)

Ήταν ίσος με το Θεό, ήταν ο Θεός (Ιωάν.ε:18)

15. Ήταν υπηρέτης (Φιλιπ.β:7-8)

Ήταν Βασιλιάς βασιλιάδων (Αποκ.ιθ:16)

 

Μπορούμε ν’ απαντήσουμε τις περισσότερες ερωτήσεις σχετικά με τη θεότητα, αν καταλάβουμε σωστά τη διπλή φύση του Ιησού. Όταν διαβάζουμε κάτι για τον Ιησού, πρέπει ν’ αποφασίσουμε αν μιλάει γι’ Αυτόν σαν το Θεό ή σαν άνθρωπο. Ακόμα, κάθε φορά που ο Ιησούς μιλάει στις Γραφές, πρέπει να ξέρουμε πώς μιλάει, σαν ο Θεός ή σαν άνθρωπος. Όταν συναντάμε περιγραφή και των δύο φύσεων του Ιησού, δεν πρέπει να σκεφτόμαστε δύο πρόσωπα στη θεότητα ή δύο θεούς, αλλά θα πρέπει να εννοούμε την ανθρώπινη και τη θεϊκή φύση Του.

Καμιά φορά, είναι εύκολο να μπερδευτούμε, όταν η Γραφή περιγράφει τον Κύριο σ’ αυτούς τους δύο διαφορετικούς ρόλους Του, ιδιαίτερα όταν Τον δείχνει να ενεργεί σαν Θεός, αλλά και σαν άνθρωπος στην ίδια ιστορία. Για παράδειγμα, μπορούσε να κοιμάται τη μια στιγμή και την άλλη να ησυχάζει την τρικυμία. Τη μια στιγμή μπορούσε να μιλάει σαν άνθρωπος και την άλλη στιγμή σαν ο Θεός. Εμείς όμως, πρέπει πάντα να θυμόμαστε ότι ο Ιησούς είναι ο Θεός κι όχι απλά κάποιος χρισμένος άνθρωπος. Την ίδια στιγμή όμως ήταν τέλειος άνθρωπος κι όχι κάποια φανέρωση ανθρώπου. Είχε διπλή φύση κατά τέτοιο τρόπο που εμείς σε καμία περίπτωση δεν μπορούμε να έχουμε.

 

Θέσεις μέσα στην ιστορία σχετικά με το Χριστό.

 

Η διπλή φύση του Χριστού, έχει αντιμετωπιστεί με πολλούς διαφορετικούς τρόπους κατά τη διάρκεια της ιστορίας της εκκλησίας. Θα εξετάσουμε αυτές τις διαφορετικές απόψεις μ’ ένα σύντομο και γενικό τρόπο.

Κάποιοι πιστεύουν ότι ο Ιησούς ήταν μόνο ένας γενναιόδωρα χρισμένος άνθρωπος που τον χρησιμοποιούσε το Πνεύμα (Εβιονιτισμός, Γιουνιταριανισμός). Αυτή η λάθος θέση αγνοεί τελείως την πνευματική Του φύση. Άλλοι έχουν πει ότι ο Ιησούς ήταν μόνο ένα πνευματικό όν (Δοκητισμός - διδασκαλία του Γνωστικισμού) αγνοώντας έτσι την ανθρώπινη φύση Του. Ο Ιωάννης έγραψε ότι όσοι αρνούνται ότι ο Ιησούς ήρθε εν σαρκί δεν είναι απ’ το Θεό, αλλά έχουν ένα αντίχριστο πνεύμα (Α’ Ιωάν.δ:2-3).

Ακόμα κι ανάμεσα σ’ αυτούς που πιστεύουν ότι ο Ιησούς έχει διπλή φύση, υπάρχουν λάθος απόψεις. Κάποιοι έχουν προσπαθήσει να διακρίνουν ανάμεσα στον Ιησού και το Χριστό, λέγοντας ότι ο Χριστός ήταν ένα θείο όν που προσωρινά κατοίκησε μέσα στον Ιησού, ξεκινώντας από τη βάπτισή Του, αλλά αποχώρησε απ’ τον άνθρωπο Ιησού λίγο πριν το θάνατό Του (Κηρινθιανισμός - διδασκαλία του Γνωστικισμού). 

Με την ίδια διάθεση, κάποιοι άλλοι λένε ότι ο Ιησούς ήταν άνθρωπος που έγινε Θεός σε κάποια στιγμή της ζωής Του, αφού ενηλικιώθηκε, στη βάπτιση, σαν αποτέλεσμα μιας υιοθετικής ενέργειας του Θεού (Δυναμικός Μοναρχιανισμός, Υιοθετισμός). Με άλλα λόγια, αυτή η διδασκαλία λέει ότι ο Ιησούς ήταν άνθρωπος που τελικά έγινε Θεός. Άλλοι θεωρούν τον Ιησού σαν μια δημιουργημένη θεότητα, όμοια με του Πατέρα, αλλά υποδεέστερη απ’ αυτή, κάτι σαν ημίθεος (Αρειανισμός). Μετά, κάποιοι άλλοι πιστεύουν ότι ο Ιησούς είναι απ’ την ίδια ουσία με τον Πατέρα, δεν είναι ο Πατέρας, αλλά υποτασσόμενος στη θεότητα του Πατέρα.

Αναιρέσαμε αυτές τις ψευδοδιδασκαλίες στο προηγούμενο κεφάλαιο αναφερόμενοι στις ανάλογες Γραφές. Είπαμε, ότι ο Ιησούς είναι όλο το πλήρωμα του Θεού, ο Θεός (όπως φαίνεται στην Κολ.β:9) κι ότι ήταν Αυτός απ’ την αρχή της ζωής Του (όπως φαίνεται από την παρθενική Του γέννηση και το Λουκ.α:35).

Το Άγιο Πνεύμα έχρισε τον Ιωάννη και τον Παύλο να πολεμήσουν πολλές τέτοιες λάθος διδασκαλίες, ιδιαίτερα αυτές του Γνωστικισμού που έλεγαν ότι ο Ιησούς ήταν μόνο πνευματικό όν κατώτερο απ’ τον Υπέρτατο Θεό. Ανάμεσα στ’ άλλα, οι Γνωστικοί πίστευαν ότι η ύλη είναι κακή. Έτσι, έκριναν, ότι ο Χριστός σαν θείο όν δεν μπορούσε να είχε πραγματικό ανθρώπινο σώμα. 

Ακόμα, πίστευαν, ότι ο Υπέρτατος Θεός ήταν τόσο υπερέχων και άγιος, που δεν μπορούσε να έρθει σε άμεση επαφή με τον κακό κόσμο της ύλης. Δίδασκαν λοιπόν, ότι απ’ το Θεό προήλθαν ατελέστερα πνευματικά όντα που πλήρωσαν το χάσμα μεταξύ Θεού και ύλης και ένα απ’ αυτά ήταν ο Χριστός που ήρθε στη γη. Φυσικά η επιστολή προς Κολοσσαείς διαψεύδει αυτές τις διδασκαλίες και εδραιώνει το γεγονός ότι ο Ιησούς είναι ο Παντοδύναμος Θεός που φανερώθηκε εν σαρκί.

Ενώ η Βίβλος είναι σαφής ότι ο Ιησούς ήταν τέλειος άνθρωπος αλλά και το πλήρωμα της θεότητας, δεν περιγράφει με λεπτομέρειες πώς αυτές οι δύο φύσεις είναι ενωμένες στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Αυτό, επίσης, έγινε αντικείμενο πολλών θεωριών και συζητήσεων. Ίσως, υπάρχουν περιθώρια για αποκλίνουσες απόψεις σ’ αυτό το ζήτημα, εφόσον η Γραφή δεν το εξετάζει κατευθείαν. 

Στην πραγματικότητα, αν υπάρχει κάποιο μυστήριο σχετικά με τη θεότητα, αυτό θα έχει να κάνει με την απόφαση ακριβώς πώς ο Θεός φανερώθηκε εν σαρκί (Δες Α’ Τιμ.γ:16). Η μελέτη της φύσης ή των φύσεων του Χριστού, ονομάζεται Χριστολογία.

Για να εξηγηθεί η θεία με την ανθρώπινη φύση στο Χριστό, μπορεί να πει κανείς ότι ήταν ο Θεός που ζούσε σ’ ένα ανθρώπινο σπίτι. Με άλλα λόγια, είχε δύο ευκρινείς φύσεις ενωμένες όχι στην υπόσταση, παρά μόνο στο σκοπό, τη δράση και την εμφάνιση (Νεστοριανισμός). Αυτή η άποψη συνεπάγεται ότι ο Χριστός είναι χωρισμένος σε δύο πρόσωπα, κι ότι το ανθρώπινο πρόσωπο μπορούσε να υπάρχει κατά την απουσία του θείου. Η σύνοδος της Εφέσου το 431 μ.Χ. καταδίκασε αυτή τη θέση του Νεστόριου σαν αιρετική.

Ωστόσο, πολλοί θεολόγοι, ανάμεσά τους και ο Μαρτίνος Λούθηρος, έχουν πει ότι ο Νεστόριος, ο κύριος ερμηνευτής αυτής της διδασκαλίας, δεν πίστευε στην πραγματικότητα σ’ ένα τόσο δραστικό ξεχώρισμα, αλλά ότι οι αντίπαλοί του διέστρεψαν και παρουσίασαν λάθος τις απόψεις του. 

Προφανώς, αυτός αρνιόταν ότι χωρίζει τον Ιησού σε δύο πρόσωπα. Το βασικό θέμα του Νεστόριου ήταν ότι ήθελε τόσο πολύ να κάνει διάκριση ανάμεσα στις δύο φύσεις του Χριστού, ώστε κανείς να μην μπορεί να ονομάσει τη Μαριάμ Θεοτόκο, κάτι που συνηθιζόταν πολύ στις μέρες του.

Μια άλλη Χριστολογική άποψη πίστευε ότι η ανθρώπινη και η θεϊκή φύση του Χριστού ήταν τόσο πολύ αναμεμιγμένες, που στην πραγματικότητα υπήρχε μόνο μία επικρατούσα φύση, η θεϊκή (Μονοφυσιτισμός). Μια παρόμοια θέση ήταν ότι ο Ιησούς δεν είχε δύο θέλω αλλά ένα, ανθρωπο-θεϊκό (Μονοθελιτισμός). Άλλοι πίστευαν ότι ο Ιησούς δεν είχε τέλεια ανθρώπινη φύση (Απολλιναριανισμός), μπορεί να είχε σώμα και ψυχή, αλλά αντί για ανθρώπινο πνεύμα είχε μόνο το Πνεύμα του Θεού που κατοικούσε μέσα Του. 

Με άλλα λόγια, αυτή η γνώμη μπορεί να διατυπωθεί ότι ο Ιησούς ήταν ένα ανθρώπινο σώμα, ζωοποιημένο μόνο απ’ το Πνεύμα του Θεού, ή ότι ο Ιησούς δεν είχε ανθρώπινο νου, αλλά μόνο τον θείο νου (το Λόγο).

Απ’ τη μια μεριά έχουμε την άποψη που δίνει έμφαση στο ξεχώρισμα των δύο φύσεων του Χριστού κι απ’ την άλλη, έχουμε κάποιες απόψεις που δέχονται μία τελικά επικρατούσα φύση, τη θεϊκή, μια ολοκληρωτικά ενωμένη φύση που στην ουσία δεν είναι τέλεια ανθρώπινη.


Ο Ιησούς είχε τέλεια, αλλά αναμάρτητη ανθρώπινη φύση.

 

Η αλήθεια ίσως βρίσκεται κάπου ανάμεσα σ’ όλες αυτές τις θέσεις που πήραν διάφοροι θεολόγοι στην ιστορία της εκκλησίας. Η θέση της Γραφής είναι ότι ο Ιησούς είχε μια τέλεια ανθρώπινη φύση την ίδια στιγμή που ήταν ο Θεός στην πληρότητά Του, αλλά δεν μπορούμε να ξεχωρίσουμε αυτές τις δύο φύσεις την περίοδο της επίγειας ζωής Του.

Είναι φανερό ότι ο Ιησούς είχε ανθρώπινο θέλω, νου, πνεύμα, ψυχή και σώμα, αλλά είναι εξίσου φανερό ότι το πλήρωμα της θεότητας κατοικούσε στο σώμα του. Αυτό που ταπεινά μπορούμε να πούμε, είναι ότι το πνεύμα Του με το Πνεύμα του Θεού που κατοικούσε μέσα Του χωρίς μέτρο, ήταν αχώριστα.

Το Άγιο Πνεύμα μπορούσε να ξεχωριστεί από το ανθρώπινο σώμα με το θάνατο, αλλά η ανθρώπινη φύση Του ήταν κάτι περισσότερο από ένα ανθρώπινο σώμα, ήταν ένα οστράκινο σκεύος με το Θεό μέσα του. Ήταν άνθρωπος ως προς το σώμα την ψυχή και το πνεύμα, με την πληρότητα του Πνεύματος του Θεού να κατοικεί στο σώμα, την ψυχή και το πνεύμα Του. Ο Ιησούς διέφερε από ένα άνθρωπο που είναι γεμάτος απ’ το Πνεύμα του Θεού, στο ότι είχε όλο το πλήρωμα του Θεού μέσα Του, χωρίς μέτρο. Κατείχε την απεριόριστη δύναμη, εξουσία και χαρακτήρα του Θεού. 

Επιπλέον, σε αντίθεση μ’ ένα αναγεννημένο, πλήρη Πνεύματος Αγίου άνθρωπο, το Πνεύμα του Θεού ήταν άρρηκτα συνδεδεμένο με την ανθρώπινη φύση του Ιησού. Μόνο μ’ αυτούς τους όρους μπορούμε να περιγράψουμε και να διακρίνουμε τις δύο φύσεις του Ιησού, ξέρουμε ότι ενεργούσε και μιλούσε πότε σαν άνθρωπος και πότε σαν Θεός, αλλά επίσης ξέρουμε ότι οι δύο φύσεις του στην πραγματικότητα δεν ήταν χωρισμένες. Με το πεπερασμένο μυαλό μας, μπορούμε να κάνουμε μόνο μια διάκριση κι όχι αποχωρισμό στις δύο φύσεις που ήταν τέλεια ανακατεμένες στο Χριστό.

Αν και ο Κύριος είχε τέλεια ανθρώπινη φύση, δεν είχε την αμαρτωλή φύση της πεσμένης ανθρωπότητας. Δεν είχε αμαρτωλή φύση ούτε υπέκυψε σε αμαρτωλές ενέργειες. Ήταν χωρίς αμαρτία, δεν αμάρτησε και αμαρτία δεν ήταν σ’ Αυτόν (Εβρ.δ:15  Α’ Πετρ.β:22  Α’ Ιωάν.γ:5). Αφού δεν είχε ανθρώπινο πατέρα, δεν κληρονόμησε την αμαρτωλή φύση του πεσμένου Αδάμ. Αντίθετα, ήρθε σαν ο δεύτερος Αδάμ, με αθώα φύση, σαν αυτή που είχε ο Αδάμ στην αρχή (Ρωμ.ε:12-21  Α’ Κορ.ιε:45-49). Ο Ιησούς είχε τέλεια, αλλά αναμάρτητη ανθρώπινη φύση.

Η Βίβλος φανερώνει ότι ο Ιησούς είχε ανθρώπινο θέλω καθώς είχε και θεϊκό. Προσευχήθηκε στον Πατέρα λέγοντας, «ουχί το θέλημά μου, αλλά το σόν ας γείνη» (Λουκ.κβ:42). Το Ιωάν.ς:38 μας φανερώνει ακριβώς τα δύο θέλω του Ιησού: Δεν ήρθε για να κάνει το δικό Του θέλημα (ανθρώπινο θέλω) αλλά το θέλημα του Πατέρα (θείο θέλω).

Το ότι ο Ιησούς είχε ανθρώπινο πνεύμα, είναι αυτονόητο, γιατί όταν ήταν στο σταυρό είπε: «Πάτερ, εις χείρας σου παραδίδω το πνεύμα μου» (Λουκ.κγ:46). Αν και είναι δύσκολο να διακρίνουμε τη διαφορά ανάμεσα στο ανθρώπινο και θείο Πνεύμα Του, μερικές αναφορές φαίνεται να επικεντρώνουν στην ανθρώπινη πλευρά του πνεύματός Του. Για παράδειγμα, «Τότε αναστενάξας εκ πνεύματος αυτού, λέγει...» (Μάρκ.η:12). «Το δε παιδίον ηύξανε, και ενεδυναμούτο κατά το πνεύμα, πληρούμενον σοφίας και χάρις Θεού ήτο επ’ αυτό» (Λουκ.β:40). «Εν αυτή τη ώρα ηγαλλιάσθη κατά το πνεύμα ο Ιησούς....» (Λουκ.ι:21). «εστέναξεν εν τω πνεύματι αυτού, και εταράχθη» (Ιωάν.ια:33). «...εταράχθη τω πνεύματι..» (Ιωάν.ιγ:21).

Ο Ιησούς είχε ψυχή, γιατί είπε: «Περίλυπος είναι η ψυχή μου έως θανάτου...» (Ματθ.κς:38 δες και Μάρκ.ιδ:34). «Τώρα η ψυχή μου είναι τεταραγμένη...» (Ιωάν.ιβ:27). Όταν πέθανε, η ψυχή Του πήγε στον Άδη, όπως όλες οι ψυχές πριν τη θυσία του Γολγοθά (Πράξ.β:27). Η διαφορά ήταν ότι το Πνεύμα του Θεού, που ήταν μέσα στον Ιησού, δεν θα άφηνε την ψυχή Του να μείνει στον Άδη (Πράξ.β:27, 31), αντίθετα νίκησε το θάνατο και τον Άδη (Αποκ.α:18).

Αν δεν δεχτούμε ότι ο Ιησούς ήταν τέλειος άνθρωπος, τότε οι αναφορές της Γραφής στους πειρασμούς Του στην έρημο, δεν έχουν κανένα νόημα (Ματθ.δ:1-11  Εβρ.β:16-18  δ:14-16). Το ίδιο ισχύει για την πάλη και την αγωνία που είχε στη Γεθσημανή (Λουκ.κβ:39-44). Δύο εδάφια της προς Εβραίους επιστολής τονίζουν ότι αφού ο Ιησούς πειράχτηκε όπως εμάς, έχει τα προσόντα να είναι Αρχιερέας μας, μας καταλαβαίνει τέλεια και μας βοηθά στις αδυναμίες μας, «έπρεπε να ομοιωθή κατά πάντα με τους αδελφούς» (Εβρ.β:17), «Διότι δεν έχομεν αρχιερέα μη δυνάμενον να συμπαθήσει εις τας ασθενείας ημών, αλλά πειρασθέντα κατά πάντα καθ’ ομοιότητα ημών, χωρίς αμαρτίας» (Εβρ.δ:15). 

Στην Εβρ.ε:7-8 λέει: «Όστις εν ταις ημέραις της σαρκός αυτού, αφού μετά κραυγής δυνατής και δακρύων προσέφερε δεήσεις και ικεσίας προς τον δυνάμενον να σώζη αυτόν εκ του θανάτου, και εισηκούσθη διά την ευλάβειαν αυτού, καίτοι ών υιός, έμαθε την υπακοήν αφ’ όσων έπαθε». Αυτά τα εδάφια δεν δείχνουν κάποιο ανεπηρέαστο από συναισθήματα φόβου και αμφιβολίας. Μάλλον, περιγράφουν κάποιον που είχε αυτές τις ανθρώπινες αδυναμίες, αλλά έπρεπε να υποτάξει το ανθρώπινο θέλω στο αιώνιο Πνεύμα.

Ο Ιησούς σαν άνθρωπος προσευχήθηκε, έκλαψε, έμαθε την υπακοή και υπέφερε. Ο Θεός είχε συνεχώς τον έλεγχο και ήταν πιστός στο σχέδιό Του, αλλά η ανθρώπινη φύση έπρεπε να ζητήσει βοήθεια απ’ το Πνεύμα και να υπακούσει στο θείο σχέδιο. Σίγουρα, όλα αυτά τα εδάφια φανερώνουν ότι ο Ιησούς ήταν τέλειος άνθρωπος, είχε κάθε ανθρώπινη ιδιότητα, εκτός την αμαρτωλή φύση που κληρονομήθηκε με την πτώση. Αν αρνηθούμε την ανθρώπινη φύση του Ιησού, αντιμετωπίζουμε πρόβλημα με την έννοια της απολύτρωσης και της εξιλέωσης. Αν δεν ήταν τέλειος άνθρωπος, η θυσία Του ήταν αρκετή να λυτρώσει το ανθρώπινο γένος; Μπορούσε πραγματικά να μας αντικαταστήσει στο θάνατο; Μπορούσε αληθινά να έχει τα προσόντα του λυτρωτή, του στενού συγγενή;

 

Μπορούσε ο Ιησούς ν’ αμαρτήσει;

 

Ο ισχυρισμός ότι ο Ιησούς ήταν τέλειος άνθρωπος, οδηγεί στην ερώτηση: Μπορούσε ο Ιησούς ν’ αμαρτήσει; Αυτή, στην πραγματικότητα, είναι μία παραπλανητική και αφηρημένη ερώτηση, αφού ξέρουμε ότι δεν αμάρτησε (Εβρ.δ:15). Η απάντηση είναι μάλλον ακαδημαϊκή παρά ουσιαστική, περισσότερο θεωρητική παρά ουσιαστική. Σαν άνθρωπος, ο Ιησούς πειράχτηκε απ’ το Σατανά, και πάλεψε με το θέλω Του στον κήπο της Γεθσημανής. Αν και δεν είχε τη δική μας διεφθαρμένη φύση - είχε την ίδια αθώα, αναμάρτητη φύση που είχε ο Αδάμ όταν δημιουργήθηκε - είχε την ίδια ικανότητα να ενεργήσει ενάντια στο θέλημα του Θεού, όπως έκανε ο Αδάμ και η Εύα.

Σίγουρα η θεϊκή φύση του Ιησού δεν μπορούσε ν’ αμαρτήσει, αλλά ούτε και να πειραχτεί (Ιάκ.α:13). Ο άνθρωπος Ιησούς, όταν Τον δούμε μεμονωμένα, θεωρητικά, είχε τη δυνατότητα να διαλέξει και να πράξει την αμαρτία. Ωστόσο, η ανθρώπινη φύση Του, με τη θέλησή Του, υποτασσόταν στη θεϊκή φύση που δεν μπορούσε ν’ αμαρτήσει. Έτσι, πρακτικά, ο Ιησούς - σαν ο τέλειος συνδυασμός ανθρώπινης και θεϊκής φύσης - δεν μπορούσε ν’ αμαρτήσει. Το Πνεύμα ήταν αυτό που διοικούσε και ο διοικούμενος απ’ το Πνεύμα του Θεού άνθρωπος δεν μπορεί ν’ αμαρτάνει (δες Α’ Ιωάν.γ:9 κάτι ανάλογο).

Τι θα γινόταν αν η ανθρώπινη φύση του Χριστού είχε επαναστατήσει ενάντια στη θεϊκή οδηγία; Αυτή είναι άλλη μία τελείως θεωρητική ερώτηση, γιατί δεν έγινε ποτέ αυτό, ούτε μπορούσε πρακτικά να γίνει. Σαν ερώτηση δεν υπολογίζει την πρόγνωση και τη δύναμη του Θεού. Όμως, αν κάποιος επιμένει για μια απάντηση, μπορούμε ν’ απαντήσουμε ότι αν η ανθρώπινη φύση του Ιησού προσπαθούσε ν’ αμαρτήσει (ανόητη υπόθεση), την ίδια στιγμή, το Πνεύμα του Θεού που κατοικούσε μέσα Του θ’ αποχωριζόταν απ’ το σώμα και θα τον άφηνε χωρίς ζωή. Όμως αυτό το δίχως ζωή σώμα δεν μπορούσε να είναι ο Ιησούς Χριστός!

Τότε, αφού η θεϊκή φύση του Ιησού δεν μπορούσε ν’ αμαρτήσει, μήπως οι πειρασμοί Του ήταν χωρίς νόημα; Όχι. Εφόσον ο Ιησούς ήταν και τέλειος άνθρωπος, μπορούσε να αισθανθεί την πίεση και τον αγώνα του πειρασμού. Νίκησε τον πειρασμό, όχι σαν Θεός, αλλά σαν άνθρωπος που είχε στη διάθεσή Του όλη τη δύναμη του Θεού. Έτσι, ξέρει εμπειρικά πλέον, πώς αισθανόμαστε εμείς όταν πειραζόμαστε. Φυσικά, ήξερε ότι θα νικήσει με τη δύναμη του Πνεύματος, αλλά κι εμείς μπορούμε να έχουμε την ίδια σιγουριά, δύναμη και νίκη, βασιζόμενοι στο ίδιο Πνεύμα που ήταν μέσα στο Χριστό.

Τότε, γιατί ο Σατανάς πείραξε το Χριστό; Καθώς φαίνεται, δεν ήξερε ότι ο Ιησούς αναπόφευκτα θα νικούσε και δεν καταλάβαινε εκείνη τη στιγμή πλήρως το μυστήριο της ευσέβειας, ότι ο Θεός φανερώθηκε «εν σαρκί». Αν το ήξερε, ποτέ δεν θα υποκινούσε τη σταύρωση. Ίσως πίστευε ότι είχε νικήσει το σχέδιο του Θεού με το θάνατο του Ιησού, αλλά στην πραγματικότητα το εκπλήρωσε. Είναι ακόμα πιθανόν, ότι το Πνεύμα του Θεού επέτρεψε στο Σατανά να πειράξει τον Ιησού, ώστε να αισθανθεί τον πειρασμό όπως εμείς. Η Γραφή μας λέγει ότι «ο Ιησούς εφέρθη υπό του Πνεύματος εις την έρημον διά να πειρασθή υπό του διαβόλου» (Ματθ.δ:1  Λουκ.δ:1).

Γι’ αυτούς που νομίζουν ότι αυτή η θέση κατά κάποιο τρόπο μειώνει την ένταση των πειρασμών του Ιησού, ας σκεφτούμε το εξής: Ξέρουμε ότι ο Ιησούς δεν είχε αμαρτωλή φύση. Ξέρουμε ακόμα ότι δεν είχε την κλίση και την παρόρμηση να αμαρτήσει, όπως εμείς έχουμε, εξαιτίας της πεσμένης φύσης μας. Όμως, αυτό δεν σημαίνει ότι οι πειρασμοί Του δεν ήταν αληθινοί, ούτε μειώνει την ένταση των συναισθημάτων Του. Αισθάνθηκε την πίεση της πάλης, όπως κι εμείς. Απ’ την άλλη μεριά, αν πούμε ότι ο Ιησούς μπορούσε ν’ αμαρτήσει, μειώνουμε την απόλυτη θεότητά Του.

Συγκεφαλαιώνοντας, η ανθρώπινη φύση του Ιησού μπορούσε να πειραχτεί και πειράχτηκε. Η θεϊκή Του φύση όμως ήταν αυτή που είχε τον έλεγχο. Αν ο Ιησούς δεν είχε τέλεια ανθρώπινη φύση, το γεγονός και η σημασία των πειρασμών και της μάχης που έδωσε στη Γεθσημανή θα ήταν χωρίς νόημα. Εμείς πιστεύουμε ότι είχε τέλεια ανθρώπινη φύση. Είχε ακριβώς τις ίδιες εμπειρίες μ’ εμάς όταν πειραζόμαστε κι αγωνιζόμαστε κατά της αμαρτίας. Το γεγονός ότι ήξερε ότι θα υπερνικούσε με τη δύναμη του Πνεύματος του Θεού, δεν μειώνει το γεγονός του πειρασμού.

Η ερώτηση λοιπόν, εάν κατά πόσο μπορούσε ο Ιησούς ν’ αμαρτήσει, είναι αφηρημένη, όπως είδαμε μέχρι τώρα. Αρκεί, να πούμε ότι η ανθρώπινη φύση του Ιησού ήταν ακριβώς σαν τη δική μας σ’ όλα τα σημεία, εκτός απ’ το ότι δεν είχε αμαρτία. Πειράχτηκε κατά πάντα, όπως κι εμείς, αλλά ήταν διοικούμενος απ’ το Πνεύμα του Θεού. Πειράχτηκε, αλλά δεν αμάρτησε.